Η κοιλάδα του Σπερχειού (προδημοσίευση)

2014-03-19 17:38

Ο ΣΠΕΡΧΕΙΟΣ

   

Πηγάζει από το βουνό Τυμφρηστός (Βελούχι), διασχίζει από δυτικά προς τα ανατολικά την ομώνυμη κοιλάδα διαγράφοντας μια διαδρομή 85 χιλ. περίπου και χύνεται στο Μαλιακό κόλπο, με λεκάνη απορροής 1482 τ. χιλ.(Καπνιάς 54) Κατά τη διαδρομή του αυτή συγκεντρώνει τα πλημμυρικά και πηγαία νερά των γύρω ορεινών όγκων που του εναποθέτουν 63 μικροί και μεγάλοι χείμαρροι. Η διαδρομή του διαμορφώθηκε από την επίδραση των κώνων απόθεσης των παραπάνω χειμάρρων και των απολήξεων μερικών αντερεισμάτων της Όθρης και της Οίτης. Κάτω μάλιστα από την ασφυκτική πίεση των αποθέσεων των χειμάρρων, στο πέρασμα των αιώνων, η κοίτη του παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις ως προς το πλάτος της. Η σημερινή μορφολογία του Σπερχειού, σε γενικές γραμμές,   παρουσιάζεται ως εξής:

 

                                                   

Οι πηγές του

  

Η  κυριότερη πηγή του- πραγματική νερομάνα-  είναι αυτή που αναβλύζει Ν.Α. του Μαυρίλου, στο κάτω μέρος του Μαυριλιώτικου Βελουχιού, στην κορυφή Κουμπί, που ονομάζεται Μαυριλιώτικο Κεφαλόβρυσο. Ορμητικά ξεπετάγεται από μια οπή του εδάφους μεγάλη ποσότητα νερού, που παραμένει ίδια χειμώνα και καλοκαίρι. (Μηχιώτης 17) Εκεί κοντά εικάζεται ότι βρισκόταν το τέμενος και ο βωμός του θεοποιημένου ποταμού. (Βορτσέλας 20). Τα νερά της πηγής αυτής ενώνονται με τα υπόλοιπα νερά του βουνού  και σχηματίζουν λίγο πιο κάτω το χείμαρρο Ασπρόρεμα. Τα άφθονα και ορμητικά αυτά νερά  κινούσαν μια σειρά από μπαρουτόμυλους, που στην Επανάσταση του 1821 πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Αγώνα. Στη συνέχεια ανταμώνεται με το  Νεοχωρίτικο Κοκκινόρεμα, που συγκεντρώνει νερά από το Καναβάκι, το Καστανόρεμα του Νεοχωρίου και το Καστανόρεμα του Παλιόκαστρου, τον Πιτσιώτιώτη, το Ζημιανίτη και το Καψιώτικο Ρέμα, στην τοποθεσία Διπόταμο, κοντά στον Άγιο Γεώργιο. (Μηχιώτης 19) Εκεί μπορεί να πει κανείς ότι παίρνει πλέον την οριστική του μορφή ο Σπερχειός. Συμπερασματικά λοιπόν πηγάζει από τον Τυμφρηστό και τις δυτικές απολήξεις της  Όθρης.

                                                    

Η διαδρομή του

  

Από το Διπόταμο του Αγίου Γεωργίου μέχρι τα χωριά Καστρί και Ζηλευτό, η κοίτη του ποταμού αναπτύσσεται κατά μήκος των απολήξεων της Όθρης. Τούτο γιατί αφενός μεν  δεν υπάρχουν μεγάλοι χείμαρροι που να πηγάζουν απ΄ αυτήν και αφετέρου οι μεγάλοι κώνοι απόθεσης του Ρουστιανίτη, της Βίστριζας και του Ξεριά Υπάτης, αναπτύχθηκαν μέχρι τους πρόποδες της οροσειράς, αφήνοντας ουσιαστικά χώρο μόνο  για την κοίτη του Σπερχειού.

   

Από το Ζηλευτό κι ύστερα η κοίτη σταδιακά αλλάζει πορεία και κατευθύνεται προς τους πρόποδες της Οίτης, ενώ παράλληλα αρχίζει να μικραίνει το πλάτος της. Αιτία η μη ύπαρξη χειμάρρων στη λεκάνη απορροής των χωριών Μεξιάτες και Φραντζή. Μετά το Φραντζή η κοίτη, κάτω από την πίεση του μεγάλου κώνου απόθεσης των χειμάρρων Γοργοποτάμου, Μαυρονερίου και Ασωπού, στρέφεται προς Β.Α. και αφού διασταυρωθεί με την Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, στο ύψος της Αλαμάνας, αρχίζει να σχηματίζει ένα μεγάλο δέλτα και χύνεται στο Μαλιακό κόλπο. (Βορτσέλας 22-23)

 

                                                  

Παραπόταμοι

   

Συνεχίζοντας την πορεία του προς το Μαλιακό δέχεται ένα πλήθος μικρών και μεγάλων χειμάρρων. Οι σπουδαιότεροι είναι:

                                                   

Ρουστανίτης

  

Συμβάλλει στη δεξιά του όχθη και στο ύψος των χωριών Λευκάδα-Πτελέα. Είναι μεγάλος χείμαρρος, με ορεινή κοίτη 9 χιλ. περίπου και πηγάζει από τα όρη Οξυά και Τυμφρηστός. Είναι αρκετά ορμητικός και προκαλεί πολλές φορές, ιδίως το χειμώνα, ζημιές στις παρόχθιες καλλιέργειες. Τα νερά του χρησιμοποιούνται για την άρδευση και πρόσφατα κατασκευάστηκαν και ήδη λειτουργούν 2 μικρά υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

 

                                                       

Βίστριζα

   

Είναι ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Σπερχειού και συμβάλλει στη δεξιά όχθη του, κοντά στο χωριό Καστρί. Σχηματίζεται από 2 άλλους μικρότερους χειμάρρους, το Γαρδικιώτη που πηγάζει από το όρος Οξυά και το Σμοκοβίτη που πηγάζει από τα όρη Βαρδούσια και Οίτη. Η ορεινή του κοίτη υπερβαίνει τα 40 χιλ. και η πεδινή έχει μήκος 6 χιλ. περίπου.

    

Είναι πολύ ορμητικός χείμαρρος και μεταφέρει κροκάλες και άφθονο χονδρόκοκκο και λεπτόκοκκο υλικό. Η μεγάλη λεκάνη απορροής, η ορμητικότητά του και οι τεράστιες ποσότητες των υλικών που μεταφέρει κάθε φορά, είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσουν έναν μεγάλο κώνο απόθεσης, με τη μορφή δέλτα, που εκτείνεται σε μεγάλες αποστάσεις δεξιά και αριστερά και προς βορρά, μέχρι τους πρόποδες της Όθρης.(Καπνιάς 58)

   

Το υδρωνύμιο Βίστριζα είναι σλαβικής προέλευσης (Bistrii=ταχύς, ορμητικός). (Βορτσέλας 21) Ονομάζεται επίσης και Ίναχος, από τα προϊστορικά ακόμα χρόνια.  Στην περί τον Ίναχο περιοχή κατοικούσαν οι Ιναχιείς, οι οποίοι συγκρούστηκαν και νικήθηκαν από τους Αινιάνες. (Πλούταρχος)

   

Το  1977  κατασκευάστηκε αγωγός ύδρευσης που μεταφέρει πόσιμο νερό   από τις πηγές «Κανάλια Πύργου Υπάτης» σε οικισμούς των δήμων Σπερχειάδος, Υπάτης και Μακρακώμης. Αρδεύονται επίσης και χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων των περιοχών Σπερχειάδας και Υπάτης. Το 1991 άρχισε η κατασκευή υπόγειου φράγματος, προσαγωγών διωρύγων και 2 υδατοδεξαμενών, που σε συνδυασμό με τα έργα αναδασμού που βρίσκονται σε εξέλιξη θα βελτιώσουν τις συνθήκες άρδευσης. Από το 2005 λειτουργούν επίσης και 2 μικρά υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

 

                                              

Ξεριάς Υπάτης

   

Πηγάζει από το όρος Οίτη και η ορεινή του κοίτη έχει μήκος 5 χιλ.  περίπου. Μετά την έξοδό του από το βουνό διαχωρίζεται σε 4-5 μικρότερους χειμάρρους, που όλοι τους καταλήγουν στο Σπερχειό, σχηματίζοντας έναν πολύ μεγάλο κώνο απόθεσης με κροκαλογενή εδάφη. (Καπνιάς 59) Μεταφέρει πολύ νερό κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων, από το φθινόπωρο έως την άνοιξη, ενώ το καλοκαίρι συνήθως στερεύει. Τα πηγαία νερά του είναι ελάχιστα.  

 

                                                 

Γοργοπόταμος

     

Πηγάζει από τις ψηλότερες κορφές της Οίτης, λίγο πιο κάτω από το χωριό Πυρρά. Η ορεινή κοίτη του, που έχει μήκος 8 χιλ. περίπου, είναι βραχώδης και επικλινής και διερχόμενη μέσα από απόκρημνα εδάφη και χαράδρες καταλήγει ορμητικά στην κοιλάδα του Σπερχειού, κοντά στο χωριό Φραντζή. Στην ορμητική- γοργή ροή του οφείλεται προφανώς και η ονομασία του. Κατά τη διαδρομή του δέχεται άφθονα πηγαία νερά. Οι πηγές του, με το αρίστης ποιότητας νερό τους, υδρεύουν την πόλη της Λαμίας και άλλα παρακείμενα χωριά, ενώ λειτουργεί και εργοστάσιο  εμφιάλωσης πόσιμου νερού.

   

Ο κώνος απόθεσής του, μαζί με τους κώνους των γειτονικών χειμάρρων, σχηματίζουν έναν μεγάλο κώνο, συναποτελούντες τη μεγάλη πεδιάδα της Ηράκλειας. (Καπνιάς 59)  

    

Η αρχαία ονομασία του ήταν Δύρας και στα χρόνια των Περσικών πολέμων χυνόταν στο Μαλιακό κόλπο, απέχοντας τρία χιλ. περίπου από το σημείο εκβολής του Σπερχειού. (Βορτσέλας – Ηρόδοτος 23)

 

                                                     

Μαυρονέρια

  

Ο χείμαρρος πηγάζει από τις ανατολικές πλαγιές της Οίτης, διέρχεται μέσα από το χωριό Μοσχοχώρι και εκβάλλει στο Γοργοπόταμο. Ο Μέλας (η αρχαία ονομασία του) στα χρόνια των Περσικών πολέμων χυνόταν κι αυτός στο Μαλιακό κόλπο, σε απόσταση 3 χιλ. περίπου από το Δύρα. (Βορτσέλας 23)

  

Η ορεινή κοίτη του είναι σχετικά μικρή και το μεταφερόμενο υλικό στον κώνο απόθεσής του είναι χονδρόκοκκος, κροκάλες και λεπτόκοκκος. (Καπνιάς 59)

 

                                                           

Ασωπός

   

Πηγάζει από το όρος Οίτη, ρέει ανάμεσα από τα χωριά Ελευθεροχώρι και Δέλφινο και διερχόμενος μέσα από σύμπλεγμα βράχων, που ονομάζονται «Σιδερόπορτα», εισέρχεται στην κοιλάδα του Σπερχειού και εκβάλλει στον ομώνυμο ποταμό, βορειοδυτικά της Γέφυρας της Αλαμάνας. Θεωρείται ότι χωρίζει την Οίτη από το Καλλίδρομο. Κατά τους Περσικούς πολέμους χυνόταν στο Μαλιακό. (Βορτσέλας 24) Η ορεινή κοίτη του έχει μήκος 8 χιλ. και το μεταφερόμενο υλικό στον κώνο απόθεσής του είναι κροκάλες, χονδρόκοκκος και λεπτόκοκκος. (Καπνιάς 59)  Ονομάζεται και Καρβουναριάς.

  

Στον Ασωπό χύνεται και ένας μικρότερος χείμαρρος, ο Φοίνιξ, που συγκεντρώνει νερά από το Καλλίδρομο, κυρίως. Είχε δώσει τα παλιά χρόνια το όνομά του στη θειούχα πηγή των Ψωρονερίων (πηγή Φοίνικα).

 

                                              

Κοιλάδα του Σπερχειού

   

Η κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού είναι μια στενόμακρη γήινη επιφάνεια, εκτάσεως 370 τ. χιλ. περίπου, που έχει κατεύθυνση δημιουργίας από Δυσμάς προς Ανατολάς. Είναι ασφυκτικά εγκλωβισμένη από μια ορεινή λαβίδα που σχηματίζουν οι περιβάλλοντες ορεινοί όγκοι του Τυμφρηστού, των Βαρδουσίων, της Οξυάς, του Γουλινά, της Οίτης και της Όθρης. Το άνοιγμα της κοιλάδας φράσσει ο Μαλιακός κόλπος, μοναδικός αποδέκτης των πλημμυρικών και άλλων υδάτων που συγκεντρώνονται σ΄αυτή. Η υψομετρική της κλίση φθάνει μέχρι τα 250 μ. πάνω από τη θάλασσα.  (Καπνιάς 62-63)

   

Στη διαμόρφωση της κοιλάδας και ειδικότερα των πεδιάδων της, που σχηματίσθηκαν από τις προσχώσεις του ομώνυμου ποταμού και των χειμάρρων του, συνετέλεσαν: Τα υπάρχοντα εκτός της κοιλάδας αντερείσματα των γύρω ορεινών όγκων, οι πιέσεις που δέχθηκε ο Σπερχειός από τους κώνους απόθεσης των χειμάρρων του, καθώς  και το είδος των πετρωμάτων αυτών των όγκων. Όπου οι κώνοι απόθεσης δεν προέρχονταν από χειμάρρους, που είχαν μεγάλη λεκάνη απορροής και δε μετέφεραν πηγαία ύδατα μεγάλων παροχών όλο το χρόνο, η διαμόρφωση των κώνων απόθεσης εξελισσόταν ομαλά και οι πιέσεις των κώνων προς το Σπερχειό εξισορροπούνταν από τις αντίστοιχες πιέσεις του ποταμού και των κώνων απόθεσης των χειμάρρων της αντίθετης οροσειράς. (Καπνιάς 64) Όπου όμως υπήρχαν δυναμικοί χείμαρροι και δεν είχαν απέναντί τους άλλους ανταγωνιστές, τότε η κοίτη του Σπερχειού ωθούνταν αναπόφευκτα προς τους πρόποδες της μιας ή της άλλης οροσειράς. Πιο αναλυτικά, η μορφή της κοιλάδας, που επιτρέπει τη διάκρισή της σε μικρότερες αυτόνομες πεδιάδες,  αριστερά και δεξιά της κοίτης του ποταμού, έχει ως εξής:  

   

Ο δυναμισμός των χειμάρρων Ρουστιανίτη, Ινάχου και Ξεριά Υπάτης και η μη ύπαρξη ανταγωνιστών χειμάρρων της Όθρης ώθησαν το Σπερχειό στους πρόποδες της Όθρης, με αποτέλεσμα να σχηματισθούν μεγάλες πεδιάδες στη δεξιά όχθη του ποταμού (Λευκάδας- Φτέρης- Σπερχειάδας- Ινάχου και Υπάτης) και μικρές στην αριστερή όχθη, όπως αυτή της Μακρακώμης, που αναπτύχθηκε σε μια εσοχή της Όθρης, προς την πλευρά του Καστρίου.

   

Στη συνέχεια η κοίτη του ποταμού, κάτω από την πίεση των κώνων απόθεσης πολλών μικρών χειμάρρων της Όθρης,  Βοϊδορέματος, Στυρφακιορέματος, Βαθυρέματος, Μπεκιορέματος κ.ά. και την παρουσία των αντερεισμάτων Ζηλευτού και Σταυρού κατευθύνεται προς τους πρόποδες της Οίτης, σχηματίζοντας την πεδιάδα του Λιανοκλαδίου. Από το χωριό Κομποτάδες η κοίτη ωθείται προς το Κόμμα και την Ανθήλη, σχηματίζοντας δύο μεγάλες πεδιάδες, της Λαμίας και της Ηράκλειας- Καμμένων Βούρλων. Δημιουργήθηκαν αφ΄ ενός μεν από τους κώνους απόθεσης πολλών μικροχειμάρρων της λοφοσειράς Σταυρού- Λαμίας, του Ξεριά Λαμίας και του Δριστολορέματος Αυλακίου και αφ΄ ετέρου από τους κώνους απόθεσης των δυναμικών χειμάρρων Γοργοποτάμου, Μαυρονερίων και Ασωπού.

  

Η συμπεριφορά των κώνων απόθεσης και οι θέσεις των γύρω ορεινών όγκων, εντός του θαλασσίου θύλακα, έδωσαν την εικόνα της σημερινής κοιλάδας του Σπερχειού, που έχει το ακανόνιστο, στενόμακρο σχήμα  αποκριάτικου μπαλονιού. (Καπνιάς 64)

   

Από τα αρχαία ακόμα χρόνια εξυμνήθηκε η ευφορία της γης της. Ερίβωλο και εριβώλακα την αποκαλεί ο Όμηρος, δηλαδή έχουσα μεγάλους βόλους και κατ΄ ακολουθίαν παχιοχώματη και γόνιμη.  Ο Θουκυδίδης (Α 3) κάνει αναφορά στην ευφορία της και ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, στην Ι 17,  ανάγει τη Φθιώτιδα στα ευφορότερα μέρη της Ελλάδας. (Βορτσέλας 28)

 

                                             

Εκβολές Σπερχειού- Μαλιακός κόλπος

   

Ο Σπερχειός ποταμός εκβάλλει στον Μαλιακό κόλπο, ο οποίος αποτελεί τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Βρίσκεται ανάμεσα από τις ακτές της Ανατολικής Φθιώτιδας, της Λοκρίδας και της Βόρειας Εύβοιας, η έκτασή του υπολογίζεται στα 100.000 στρέμματα περίπου, ενώ το βάθος του υπολογίζεται στα 27 μέτρα περίπου. (Καπνιάς 30)

   

Από τη λεκάνη απορροής του Σπερχειού έχουμε εισροή υδάτων στο Μαλιακό, με επιφανειακή απορροή, της τάξεως των 5.013 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων το χρόνο, χωρίς να υπολογίζεται η εισροή υδάτων από βροχοπτώσεις κλπ. καθώς επίσης  ποταμών και χειμάρρων,  που αυτόνομα καταλήγουν στον κόλπο. Επιπλέον έχουμε και τη μεταφορά φερτών υλών, οι οποίες παράγονται με τη διαδικασία της αποσάθρωσης και της διάβρωσης. Το 20% αυτών των υλών αποτίθεται στους κώνους πρόσχωσης, χωρίς να φτάσει ακόμα στη θάλασσα, το 16% αποτίθεται στην κεντρική κοίτη του ποταμού, το 43% αποτίθεται στο δέλτα, ενώ το 21% μόνο φτάνει, ως θολούρα, μέσα στο Μαλιακό κόλπο. (Εισήγηση του κ. Χρήστου Αναγνώστου στο Σεμινάριο Π.Ε. ΜΕ θέμα: «Ο Μαλιακός με θέα…τη μυθολογία, την ιστορία, το περιβάλλον, την ανάπτυξη, την εκπαίδευση». ΚΠΕ Στυλίδας. Στυλίδα, Μάρτιος 2005, σελίδα 50)

   

Αυτός ο αέναος πόλεμος μεταξύ ξηράς και θάλασσας και η διαρκής επέλαση της ξηράς σε βάρος της θάλασσας έχουν σαν αποτέλεσμα τη συνεχή μεταβολή της ακτογραμμής του Μαλιακού, που οφείλεται κυρίως στον άξονα του Σπερχειού με τις προσχώσεις του. Σε κάποιες περιπτώσεις ο ρους του ποταμού στις εκβολές άλλαξε μετά από πλημμύρες ή σεισμούς. Παρατίθεται εικόνα όπου παρουσιάζονται οι ακτογραμμές του Μαλιακού στο πέρασμα των χρόνων.  (Εισήγηση του κ. Ι.Γ. Μπαντέκα στο Σεμινάριο Π.Ε. ΜΕ θέμα: «Ο Μαλιακός με θέα…τη μυθολογία, την ιστορία, το περιβάλλον, την ανάπτυξη, την εκπαίδευση». ΚΠΕ Στυλίδας. Στυλίδα, Μάρτιος 2005, σελίδα 36 -φωτογραφία σελ.  35)

   

Ο Ιωάννης Βορτσέλας (Φθιώτις, σελ. 22) στηριζόμενος στα κείμενα του Ηροδότου γράφει σχετικά με τις εκβολές του Σπερχειού: Στα χρόνια των Περσικών πολέμων (490-479 π.Χ.) ο Σπερχειός εισχωρούσε στο Μαλιακό κόλπο λίγο δυτικότερα του χωριού Κόμμα. Οι σημερινοί παραπόταμοι Δύρας (Γοργοπόταμος), Μέλας (Μαυρονέρια) και Ασωπός χύνονταν στο Μαλιακό. Ο Ηρόδοτος αναφέρει και μια παραθαλάσσια πόλη, την Αντίκυρα, χτισμένη στη δεξιά όχθη του Σπερχειού. Στηριζόμενος δε στο Στράβωνα (1ος αιώνας μ.Χ.) γράφει ότι τα χρόνια εκείνα ο Σπερχειός εξέβαλλε μεταξύ Λαμίας και Θερμοπυλών, περίπου εκεί που βρίσκεται η λίθινη γέφυρα της Αλαμάνας.  

   

Το δελταϊκό προσχωσιγενές τμήμα της κοιλάδας έχει έκταση 196 τ. χιλ. περίπου και διαμορφώνεται συνεχώς, με μοναδικό ρυθμό εξέλιξης για την Ελλάδα. Οι πλημμύρες στις εκβολές είναι σύνηθες φαινόμενο και προκαλούν μεγάλες ζημιές στις παρακείμενες καλλιέργειες. Το φαινόμενο αυτό περιορίζεται με την κατασκευή νέας κοίτης, μήκους 7.250 μ.

  

Το δέλτα του Σπερχειού μεταβάλλεται ταχύτατα αυξανόμενο προς ανατολάς. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες, στις μεγάλες ποσότητες των φερτών υλών και στην τεκτονική καταβύθιση της τάφρου του Μαλιακού. Σε σχετική μελέτη του ΤΕΕ Αν. Στερεάς αναφέρεται ότι αυτό προχωράει 100 μ. το χρόνο, με ένα μέτωπο ύψους 30 εκ. ( Από την εισήγηση του κ. Δημητρίου Ρίζου-ιχθυολόγου σε ημερίδα του 1ου ΤΕΕ Λαμίας στις 3-5-2004, στο Κάστρο Λαμίας, με θέμα: Αλληλεπίδραση οικοσυστήματος Σπερχειού και Μαλιακού κόλπου»).

 

                                                     Χλωρίδα

   

Η επιφάνεια της λεκάνης του Σπερχειού καλύπτεται από δασοσκεπείς, θαμνοσκεπείς, λειβαδικές και γεωργικές εκτάσεις,   καθώς και από άγονες και ακάλυπτες περιοχές. Στις δασοσκεπείς και θαμνοσκεπείς εκτάσεις δέντρα που ευδοκιμούν είναι το έλατο, η οξυά, η μαύρη πεύκη, η καστανιά, η φυλλοβόλος βελανιδιά, το πουρνάρι, αειθαλή πλατύφυλλα με επικρατέστερο το θαμνώδες πουρνάρι και παραποτάμια είδη πλατάνου, λεύκας, ιτιάς, λυγαριάς κ.ά.

   

Η συνολική έκταση της γεωργικής γης ανέρχεται στις 400.000 περίπου στρέμματα, που κατανέμονται στους Δήμους Αγίου Γεωργίου, Σπερχειάδας, Μακρακώμης, Υπάτης, Λειανοκλαδίου, Γοργοποτάμου και Λαμίας. Οι επικρατέστερες καλλιέργειες σ΄ αυτές τις περιοχές είναι: Σιτηρά, βαμβάκι, καπνός, μηδική, αραβόσιτος, ρύζι, ελαιόδενδρα και λοιπά δενδρώδη. ( Από την εισήγηση του κ. Ιωάννη Ακρίβου, γεωπόνου-περιβαλλοντολόγου σε ημερίδα του 1ου ΤΕΕ Λαμίας στις 3-5-2004, στο Κάστρο Λαμίας, με θέμα: Περιβαλλοντικά προβλήματα του οικοσυστήματος Σπερχειού ποταμού»).

 

                                                        Πανίδα

 

Ο υγρότοπος που σχηματίζει το Δέλτα του Σπερχειού αποτελεί σταθμό για τη μεταναστευτική ορνιθοπανίδα της Βόρειας Ευρώπης, κατά τους χειμερινούς μήνες.

 

Αποτελεί καταφύγιο για μεγάλη ποικιλία ορνιθοπανίδας, όπου ξεχειμάζει. 

 

Οι αρμυρόβαλτοι, οι λασπότοποι των ρηχών ακτών του Μαλιακού, καθώς και όλο το δίκτυο των τεχνητών τάφρων άρδευσης μαζί με τους ορυζώνες, περιβάλλουν και ταυτόχρονα επεκτείνουν τους φυσικούς οικότοπους του Δέλτα. Μέσα σ΄ αυτούς τρέφονται το καλοκαίρι πελαργοί, ερωδιοί, μαυρόγλαροι και κοκκινοσκέληδες,

 

Στο Δέλτα του ποταμού συναντάμε όλα σχεδόν τα είδη θηλαστικών και ερπετών της πεδινής ζωής. Στον υγρότοπο ο πληθυσμός των παπιών ξεπερνά τις 10.000, ενώ διαχειμάζουν 1.300 3.500 αβοκέτες, που είναι και ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην Ελλάδα και πάνω από 5.000 παρυδάτια πουλιά. Έχουν καταγραφεί επίσης 8 είδη ερωδιών, όπως λευκοτσικνιάδες, σταχτοτσικνιάδες, πορφυροτσικνιάδες, 18 είδη πάπιας, μεγάλος  αριθμός από γκισάρια, καθώς και μια μεγάλη ποικιλία αρπακτικών, καλαμοκίρκοι, γεράκια, ο σπάνιος τσίφτης, κιρκινέζια, που είναι υπόλειμμα του παλαιότερου μεγάλου πληθυσμού  που φώλιαζε μέσα στην πόλη της Λαμίας. Ακόμη έχουν παρατηρηθεί και 22 είδη χαραδριόμορφων.

 

Εκτός από την πανίδα που εμβιεί  στο Δέλτα του Σπερχειού, καθώς προχωρούμε προς τις πηγές του, συναντούμε τα εξής σπουδαιότερα είδη ψαριών: μπριάνια, γουλιανούς, ασπράδες, κεφαλόπουλα, πλατίτσες και πέστροφες. Λέγεται ότι προπολεμικά ζούσαν και χέλια.

 

Άφθονα είναι και τα αμφίβια: βατράχια, νερόφιδα, νεροχελώνες και καβούρια.

 

Η Περιβαλλοντική ομάδα του 1ου ΤΕΕ Λαμίας, σχολ. έτους 2003-04, κατέγραψε τα εξής είδη πουλιών που διαβιούν στην κοιλάδα του Σπερχειού (ενδημηκά και αποδημητικά):

Σκυφοβουτηχτάρι, λευκοτσικνιάς, σταχτοτσικνιάς, πελαργός, βαρβάρα, κιρκίρι, πρασινοκέφαλη, ψαλίδα, γερακίνα, σαΐνι, φαλαρίδα, νεροχελίδονο, καλημάνα, μπεκάτσα, μπεκατσίνι, ασημόγλαρος, δεκαοχτούρα, τρυγόνι, γκιώνης, μπούφος, κουκουβάγια, σταχτάρα, μελισσοφάγος, κουρούνα, τσαλαπετεινός, αλκυόνα, δρυοκολάπτης, παραδαλοτσικλητάρα, γαλιάντρα, κατσουλιέρης, δεντροσταρήθρα, σταρήθρα, χελιδόνι, κιτρινοσουσουράδα, σταχτοσουσουράδα, λευκοσουσουράδα, νεροκότσυφας, τρυποφράχτης, κοκκινολαίμης, αηδόνι, κότσυφας, τσίχλα, δανδροφυλλοσκόπος, χρυσοβασιλίσκος, βασιλίσκος, γαλαζοπαπαδίτσα, καλόγερος, καρακάξα, κόρακας, κάργια, ψαρόνι, σπουργίτης, σπίνος, καρδερίνα. (σελ. 26)

   

Επίσης κατέγραψε και τα εξής σπάνια είδη πανίδας στην κοίτη και στις εκβολές του Σπερχειού: (σελ. 38)

                                            Ομάδα CIA

                            Μ   Α035  Μεταναστευτικά πτηνά-φοινικόπτερα

                   Β    Α 246  Φωλιάζοντα πτηνά- δενδροσπαρήθρα

                   Β     Α 338           »            »     -  αετομάχος

                   Β     Α 429            »            »    -  Βαλκανοτσικλητάρα

(Παρατηρείται έντονη η παρουσία τους στις εκβολές του Σπερχειού)

 

                                       Ομάδα Μ05

                 Μ050  Σφυριχτάρι

                 Μ052   Κιρκίνι

                 Μ053   Πρασινοκέφαλη

                 Μ054   Ψαλίδα

                 Μ056  Χουλιαρόπαπια

                 Μ059  Γκισάρι

  (Παρατηρείται έντονη η παρουσία τους στις εκβολές του Σπερχειού)

 

                                Ψάρια

F7    Τσιρωνάκι (Έντονη παρουσία στις εκβολές και στην κοίτη)

F8    Βιργιάνα (Έντονη παρουσία κυρίως στην κοίτη)

F9   Σκαρούνι  (Έντονη παρουσία στις εκβολές και στην κοίτη)

F12  Ελληνοπηγόστεος (Περιοχή Αγίας Παρασκευής και Μοσχοχωρίου)

F14  Τυλινάρι (Έντονη παρουσία στις εκβολές και στηνκοίτη)

F21 Aγκαθωτό (Έντονη παρουσία κυρίως στις εκβολές)

 

                                          Αμφίβια

 Α 10 Πρασινόφρυνος (Παρουσία στην κοίτη Μερσίτη και κύρια κοίτη Σπερχειού)

 

                                         Θηλαστικά

   Μ 20   Μικρός νυκτοβάτης

   Μ 21  Παρδαλονυχτερίδα

   Μ 33  Πτερυγονυχτερίδα

   Μ 34  Παρδαλονυχτερίδα

(Έντονη η παρουσία τους στην κοίτη του Σπερχειού)

 

                                                   

Άρδευση

   

Από τα 400.000 στρέμματα γεωργικής γης της κοιλάδας του Σπερχειού, αρδεύονται τα 250.000 στρέμματα. Οι αρδευτικές ανάγκες καλύπτονται σε ποσοστό από 5-20%, ανάλογα με το τμήμα της περιοχής. Η ελάχιστη παροχή του Σπερχειού ποταμού είναι 3m/s, των πηγών Γοργοποτάμου 0,7m/s, της Βίστριζας 1,2 m/s, των πηγών Μαυρονερίου, Μεξιατών- Κομποτάδων, Αγίας Παρασκευής είναι2m/s, ενώ μικρότερη είναι η παροχή των υπολοίπων δευτερευόντων ρεμάτων.  ( Από την εισήγηση του κ. Ιωάννη Ακρίβου, γεωπόνου-περιβαλλοντολόγου σε ημερίδα του 1ου ΤΕΕ Λαμίας στις 3-5-2004, στο Κάστρο Λαμίας, με θέμα: Περιβαλλοντικά προβλήματα του οικοσυστήματος Σπερχειού ποταμού»).

 

 

Το 1991ξεκίνησε στη Βίστριζα η κατασκευή υπόγειου φράγματος, προσαγωγών διωρύγων, 2 δεξαμενών και αντλιοστασίου, έργα που ήδη ολοκληρώθηκαν και τα οποία σε συνδυασμό με τα έργα αναδασμού( δυτικά της όχθης της) βελτίωσαν σημαντικά την άρδευση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της περιοχής.

 

                                       

Το πλημμυρικό πρόβλημα του Σπερχειού

 

Ο ποταμός Σπερχειός αποτελεί από άποψη πλημμυρικής επικινδυνότητας ένα από τα περισσότερα επικίνδυνα πλημμυρικά ενεργά υδάτινα ρεύματα της Ελλάδας. Η συχνότητα σοβαρών πλημμυρών φθάνει τη μία φορά ανά 7,5 χρόνια, ενώ κάθε χρόνο υπάρχουν κάποιας μορφής πλημμυρικά φαινόμενα. Τέλος ανά 22,5 χρόνια η ένταση των πλημμυρικών φαινομένων  προκαλεί σημαντική αποσταθεροποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των περιοχών που διαρρέει. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μεγάλες πλημμύρες  του Γενάρη του 1997, υπέστησαν ολοκληρωτικές καταστροφές τέσσερις γέφυρες, οι οποίες στη συνέχεια γκρεμίστηκαν και κατασκευάστηκαν καινούριες. Ήταν του Αγίου Γεωργίου, της Παλαιοβράχας, της Σπερχειάδας- Μακρακώμης και των Λουτρών Υπάτης.

Το πλημμυρικό πρόβλημα του Σπερχειού οφείλεται κυρίως στα ακόλουθα αίτια:

·         Στο μέγεθός του και ιδιαίτερα στην ορεινότητα, στην επικλινότητα και στο εν γένει έντονο χειμαρρικό περιβάλλον. Επισημαίνεται ότι το 63%της επιφάνειας του Σπερχειού καταλαμβάνει το ορεινό τμήμα της λεκάνης του.

·         Στη σημαντική αδιαπερατότητα του γεωϋποθέματος της λεκάνης απορροής του, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυξημένων απορροών.

·         Στη γενική κατεύθυνση της λεκάνης απορροής και του κύριου  άξονα του ποταμού (από Δ, ΝΔ προς Α, ΒΑ), η οποία ταυτίζεται με την κατεύθυνση της κίνησης των ομβροφόρων ανέμων, γεγονός που μειώνει το χρόνο συγκέντρωσης και αυξάνει τις πλημμυρικές αιχμές.

·         Στην ύπαρξη έντονων χειμαρρικών φαινομένων (διαβρώσεις, αποσαθρώσεις, κατολισθήσεις) και την επακόλουθη πολύ μεγάλη παραγωγή φερτών υλών.

·         Στην εξαιρετική ευμεταβλητότητα των κινητών πυθμένων του ποταμού, οι οποίοι πολύ εύκολα τίθενται σε παραπυθμένια κίνηση.

·         Στην εκατέρωθεν σύγκλιση των κύριων συμβαλλόντων  παραποτάμων του Σπερχειού, που εκφορτίζουν σχεδόν ταυτόχρονα (αθροιστικά) τα πλημμυροφορτία τους και τις στερεές φερτές ύλες.

·         Στην έντονη ανισογεωμετρία της κοίτης του ποταμού , η οποία αποτυπώνει την υδατοστερεομεταφορική δυναμική του. Είναι χαρακτηριστικό το πολύ μεγάλο άνοιγμα της κοίτης στην περιοχή Σπερχειάδας-Καστρίου και το σαφώς μικρότερο στην κατάντη της Υπάτης πεδινής κοίτης.

·         Στην έντονη προέκταση των κώνων πρόσχωσης των χειμάρρων Ξηριά Υπάτης και Βίστριζας, οι οποίοι μεταφέρουν συχνά ογκώδη, μη εύκολα παρασυρόμενα και σε μεγάλη ποσότητα φερτά υλικά. Η σχεδόν κοινή προέκταση των χειμάρρων αυτών στριμώχνει κυριολεκτικά την κοίτη του Σπερχειού βόρεια, προς την περιοχή του Καστρίου, όπου εκεί ανυψώνεται ο πυθμένας του ποταμού, λειτουργώντας ως φυσικό γεώφραγμα. Η φυσική αυτή διεμβόλιση του Σπερχειού οδηγεί ουσιαστικά στη δημιουργία δύο διαφορετικών λειτουργούντων Σπερχειών. Στην περιοχή από το Καστρί και πάνω (Μέσο-Άνω Ρους) το πλημμυρικό πρόβλημα ουσιαστικά προκαλείται από την έντονη στερεομεταφορά  και τη σταδιακή ανύψωση του ποταμού, η οποία και προσδίδει την όψη και το μεγάλο εύρος της κοίτης στο τμήμα αυτό. Αντίθετα στην  περιοχή του Κάτω Ρου η λεπτοκοκκότερη διερχόμενη φάση των φερτών υλών αδυνατεί να κορέσει τη διαβρωτική ενέργεια των πλημμυρικών υδάτων με αποτέλεσμα τη δημιουργία πλημμυρών λόγω της θραύσης των πρανών και της υποβίβασης του πυθμένα. Τέλος στην έξοδο του χειμάρρου προς τη θάλασσα οι εκεί αναπτυσσόμενες πολύ μικρές κλίσεις επιφέρουν τα γνωστά προσχωτικά φαινόμενα και τη σφηνοειδή εξέλιξη του Δέλτα του ποταμού.  

 

Αντιπλημμυρική προστασία- αξιοποίηση πλημμυροφορτίων Σπερχειού

 

Με βάση τα προαναφερθέντα η αντιμετώπιση του προβλήματος έγκειται κυρίως στα εξής:

·         Κατασκευή κατάλληλων έργων ανάσχεσης των πλημμυρών. Τα έργα αυτά είναι απαραίτητα να κατασκευασθούν στον ένα χείμαρρο, στην περίπτωση που δύο χείμαρροι εκβάλλουν εκατέρωθεν, με σκοπό τα αφικνούμενα πλημμυρικά υδροφορτία να φθάνουν ξεχωριστά και αυτόνομα, χωρίς συνταύτιση.

·         Κατασκευή φραγμάτων διαλογής, κυρίως στους χειμάρρους Βίστριζα και Ξεριά, με σκοπό την άμεση συγκράτηση της φάσης του ογκώδους τμήματος της στερεομεταφοράς των που φθάνει στην κοίτη του Σπερχειού. Έτσι στην εκβολή τους θα φθάνουν μόνο συγκεκριμένων διαστάσεων φερτά υλικά, τα οποία είναι σχετικά εύκολο να παρασυρθούν από τη ροή του ποταμού επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό την ομαλοποίηση της διαφορετικής λειτουργίας των κοιτών του Μέσου- Άνω και Κάτω Ρου του Σπερχειού και τη σημαντική θραύση των πλημμυρών στα δύο αυτά διαφορετικά λειτουργούντα τμήματα.

·         Αποθήκευση του ζημιογόνου τμήματος των πλημμυρών και χρησιμοποίησή του κατά τη περίοδο της λειψυδρίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ελεγχόμενη εκτροπή μόνο του ζημιογόνου τμήματος, καθώς και του αυξημένου και μη επιθυμητού χειμερινού νερού των χειμάρρων απόν την Υπάτη και δυτικά, οι οποίοι έχουν και τη μεγαλύτερη πλημμυρική επικινδυνότητα. Η εκτροπή  αυτή όχι μόνο πρέπει αλλά επιβάλλεται να ταμιεύεται σε κατάλληλες θέσεις με ικανής χωρητικότητας υδαταποθήκες κατά μήκος του παραπάνω άξονα και στη συνέχεια να αποδίδεται προς χρήση τη θερινή  περίοδο. Παράλληλα επιβάλλεται να γίνεται πλήρης κατανάλωση του ταμιευθέντος νερού, έτσι ώστε ο χώρος να είναι ικανός να υποδεχθεί τη χειμερινή περίοδο τα νέα πλημμυροφορτία. Εάν και εφόσον πληρωθούν γρήγορα οι χώροι αυτοί, από συνεχείς διαδοχικές πλημμύρες, τότε η πλεονάζουσα ποσότητα εκκενώνεται ελεγχόμενα πάλι στο Σπερχειό, αλλά μετά την πάροδο των πλημμυρικών αιχμών.

 

(Από την πρόταση-μελέτη που κατέθεσε στο Δήμο Σπερχειάδος, το 2001, ο επίκουρος καθηγητής του Α.Π.Θ.  κ. Θεοφάνης Παυλίδης με τον τίτλο: « Ορθολογική αξιοποίηση των πλημμυροφορτίων του ποταμού Σπερχειού».)

 

 

                                           

Περιβαλλοντικά προβλήματα 

  

Οι  αστικές, γεωργικές και βιομηχανικές δραστηριότητες στην ευρύτερη λεκάνη του Σπερχειού, με την παραγωγή ρυπαντικών φορτίων, καθώς και η απουσία οικολογικής και περιβαλλοντικής συνείδησης, είναι εν δυνάμει πολύ σοβαρές απειλές για το οικοσύστημα του Σπερχειού και του Μαλιακού κόλπου, που είναι και ο τελικός αποδέκτης του.

 

Τα σπουδαιότερα προβλήματα και κίνδυνοι εντοπίζονται στα εξής:

·               Η παραποτάμια περιοχή έχει μετατραπεί σε έναν απέραντο σκουπιδότοπο, εξ αιτίας της εναπόθεσης  κάθε μορφής σκουπιδιών, μπαζών και υπολειμμάτων οικοδομικών εργασιών.

·               Ο Σπερχειός και οι παραπόταμοί του δέχονται α)τα αστικά λήμματα και βοθρολύματα  των παραποτάμιων οικισμών που χωρίς επεξεργασία διατίθενται, β) τα  απόβλητα από τις βιομηχανικές  και βιοτεχνικές μονάδες και τα ελαιοτριβεία που είναι εγκαταστημένα πλησίον του ποταμού.

·                Η αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, τα οποία αναφέρονται ως κυριότερες ενδεχόμενες πηγές επιβάρυνσης-ρύπανσης των επιφανειακών και υπογείων νερών οι οποίες τα καθιστούν ακατάλληλα ως πόσιμα ή αρδευτικά.

·               Η ανεξέλεγκτη αμμοληψία.

·               Το παράνομο κυνήγι και ψάρεμα.

·               Οι αυθαίρετες καταπατήσεις, κοπή δέντρων και εκχερσώσεις.

 

 

                              

Σπερχειός-δίκτυο «NATURA 2000»

   

Η περιοχή «Κοιλάδα, οι Εκβολές Σπερχειού και ο Μαλιακός κόλπος» έχει ενταχθεί στο δίκτυο προστατευομένων περιοχών «Φύση 2000», γνωστό και ως «ΝΑΤUΡΑ 2000». Πρόκειται για ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο, που προβλέπεται από το άρθρο 3 της Οδηγίας 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που ψηφίστηκε στις 21-5-1992. Αποσκοπεί στην οριοθέτηση και καταγραφή των περιοχών  με ειδικό οικολογικό ενδιαφέρον που χρειάζονται αποκατάσταση και προστασία με απώτερο στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και ιδιαίτερα αυτών των ειδών που απειλούνται με αφανισμό. 

   

Έχει γίνει πλήρης μελέτη από ομάδα ειδικών επιστημόνων, έχουν καταγραφεί με λεπτομέρεια τα όρια των περιοχών καθώς και τα σπάνια είδη πανίδας και χλωρίδας που υπάρχουν. Σύμφωνα με αυτήν η περιοχή «ΝΑΤUΡΑ» αρχίζει από τη Γέφυρα Παλαιοβράχας, περιλαμβάνει όλη την κοιλάδα του Σπερχειού και καταλήγει στη θαλάσσια περιοχή που ενώνει η νοητή γραμμή Είσοδος Καμένων Βούρλων με τον οδικό κόμβο Ραχών.  Η περιοχή έχει χωριστεί σε «προστατευόμενες ζώνες», όπου προβλέπονται αυστηρές απαγορεύσεις και «περιμετρικές ζώνες προστατευόμενων περιοχών και οικοανάπτυξης. Τα ανωτέρω περιλαμβάνονται σε σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, ο Φάκελος διαβιβάστηκε στη Δ/νση ΠΕΧΩ της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας από τον Ιούνιο του 2002 προκειμένου να ενημερωθούν οι εμπλεκόμενοι φορείς και να κάνουν τις προτάσεις τους. Μέχρι στιγμής το θέμα παραμένει ακόμα ανοιχτό.    

(«Περιβαλλοντικά προβλήματα του οικοσυστήματος Σπερχειού ποταμού». Περιβαλλοντική ομάδα 1ου ΤΕΕ Λαμίας. Λαμία Δεκέμβριος 2004)     

 

                                                       

Πηγές-βοηθήματα

Βορτσέλας Ιωάννης: «Η Φθιώτις», Αθήνα 1907.

Κανέλλος Βασίλης: «Ο Γουλινάς και τα χωριά του. Ιστορικό και λαογραφικό οδοιπορικό στο Δήμο Σπερχειάδος», Σπερχειάδα 2006.

Καπνιάς Δημήτριος: « Η κοιλάδα του Σπερχειού στο χωροχρόνο»,Πάτρα 2000.

Μηχιώτης Χαρίλαος: «Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι» ,Αθήνα 1993.

«Ο Μαλιακός με θέα…τη μυθολογία, την ιστορία, το περιβάλλον, την ανάπτυξη, την εκπαίδευση». ΚΠΕ Στυλίδας. Στυλίδα, Μάρτιος 2005.

«Περιβαλλοντικά προβλήματα του οικοσυστήματος Σπερχειού ποταμού». Περιβαλλοντική ομάδα 1ου ΤΕΕ Λαμίας. Λαμία Δεκέμβριος 2004.   

 

 

 

                         

Παραδοσιακοί τρόποι ψαρέματος στο Σπερχειό

 

·         Με βαριά: Ο ψαράς χρησιμοποιεί μια μικρή βαριά με γερό στυλιάρι και χτυπά με δύναμη πλακουδερές μεγάλες πέτρες, που ενδέχεται να κρύβουν από κάτω ψάρια. Αυτά από το θόρυβο του χτυπήματος, ή και τραυματισμένα, εμφανίζονται στην επιφάνεια, όπου εύκολα ψαρεύονται. Η τέχνη του ψαρά έγκειται στο να εντοπίζει πέτρες- φωλιές που κρύβουν πολλά ψάρια.

·         Με παρακλάδι: Στο Σπερχειό και στους παραποτάμους του υπάρχουν μεγάλα αυλάκια (παρακλάδια). Εκτρέποντας τη ροή του παρακλαδιού προ τον κύριο ποταμό λιγοστεύει το νερό και δίνεται η ευχέρεια για εύκολο ψάρεμα. Η εκτροπή γίνεται με πέτρινο φράγμα, εμπλουτισμένο με κλαδιά και άμμο. Στην άκρη του παρακλαδιού κατασκευάζεται πρόχειρη δέση για να προφυλάξει τη διαφυγή των ψαριών. Επειδή καταστρέφονται τα αυγά των ψαριών, ο τρόπος αυτός είναι απαγορευμένος από τις Δασικές Αρχές.

·         Με πυροφάνι (Λουξ): Απαραίτητα σύνεργα το λουξ, μπότες και καμάκια. Τη νύχτα το φως θαμπώνει και ακινητοποιεί τα ψάρια τα οποία εύκολα στη συνέχεια καμακώνονται.

·         Με δίχτυα: Χρησιμοποιούνται τα αθερινόδιχτα (ψιλά δίχτυα) με μολύβδινα βαρύδια, για να πατώνουν. Στήνονται στα ήρεμα νερά όπου συχνάζουν κοπάδια ψαριών, τα οποία κολυμπώντας αμέριμνα παγιδεύονται στα δίχτυα. Κάτι ανάλογο ήταν και η καλαμωτή ή σερπιά, όπως αλλιώς την ονόμαζαν.  

·         Με θόλωμα του νερού: Όταν τα νερά του ποταμού θολώσουν πολύ τα ψάρια ζαλισμένα ανεβαίνουν στην επιφάνεια, όπου και εύκολα ψαρεύονται. Στις μεγάλες ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές κατεβασιές στην ακροποταμιά και σε σημεία όπου στροβιλίζουν ήρεμα θολά νερά, επιπλέουν ψάρια. Μερικές φορές μάλιστα σε μεγάλες θεομηνίες ψάρια εκβράζονται και σε παρακείμενα χωράφια και νεραύλακα (σούδες). 

     

Το θόλωμα του νερού επιτυγχάνεται και με τεχνητά μέσα, όπως η χρήση ασβέστη.    Στην περιοχή του Άνω Σπερχειού καταγράφτηκε και ο εξής τρόπος ψαρέματος, στα προπολεμικά χρόνια: Οι ερασιτέχνες στεριανοί ψαράδες, τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο μάζευαν ένα σκληρό λουλούδι, με κίτρινα φύλλα, που ονομαζόταν φλόιμος. Φύτρωνε στις παρόχθιες πεδινές περιοχές και έβγαζε φαιοπράσινους σπόρους. Αυτό είχε την ιδιότητα όταν  έτριβαν τους σπόρους σε μια πέτρα να βγάζει ένα αφρισμένο γαλάκτωμα. Επέλεγαν κοιλώματα (γούρνες), διοχέτευαν το νερό και τις μισοάδειαζαν. Ύστερα έριχναν μέσα το αφρώδες γαλάκτωμα, τα ψάρια ζαλισμένα έβγαιναν στην επιφάνεια και τα έπιαναν με τις χούφτες. (Δ.Κ. Μπακογιάννη: «Ψάρεμα στο Σπερχειό», περιοδικό Φθιώτις, αριθ. φύλ. 15-16).

 

                     

Το πέρασμα του ποταμού-οι περατάρηδες

  

Μέχρι να κατασκευασθούν μεγάλες και στέρεες γέφυρες σε κομβικά συγκοινωνιακά σημεία η διάβαση του ποταμού ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα που ταλάνιζε τους κατοίκους των παραποτάμιων περιοχών αλλά και αυτούς που χρειάζονταν να ταξιδέψουν από και προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.

   

Για το πέρασμα ανθρώπων και φορτίων μέσα από το ποτάμι υπήρχαν οι περατάρηδες οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ειδικά εκπαιδευμένα άλογα και διαλέγοντας αβαθή και ρηχά περάσματα. Τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, σε επιλεγμένα σημεία όπου στένευε η κοίτη, στήνονταν ξύλινα γεφύρια, τα οποία σε μεγάλες κατεβασιές εύκολα παρασύρονταν και στήνονταν πάλι. Φυσικά οι περατάρηδες εισέπρατταν και το ανάλογο τίμημα, ένα είδος «διοδίων». Στις μεγάλες κατεβασιές άνθρωποι και ζώα αναγκάζονταν να περιμένουν ώρες για να «πέσουν» τα νερά και πολλές φορές διανυκτέρευαν σε γειτονικά σπίτια και βοηθητικά οικήματα.

   

Ονομαστοί περατάρηδες στην περιοχή Σπερχειάδας –Μακρακώμης ήταν οι Χαντζαίοι, οι Σκαραφιγκαίοι, οι Γιαλαίοι, ο Σταύρος Σκαριώτης κ.ά.

 (Μαρτυρία του ηλικιωμένου κτηματία Ηλία Χαραυγή).