Κυνηγοκουβέντες

2015-01-09 14:30

Σουρούπωσε όταν ο μπαρμπα-Γιώργος με ένα δεμάτι λατσούδια-κλαδιά έλατου- για τα ζωντανά του έφτασε στο χωριό. Χιόνιζε όλο εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα.  Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Δεινός κυνηγός, διέκρινε τα ίχνη ενός λαγού που λούφαξε σ΄ ένα μικρό  κέδρο, πολύ κοντά στο χωριό, για να περάσει τη νύχτα. Ήταν εύκολος στόχος, αρκεί να ΄σαι εκεί πριν φέξει. Βέβαια και με έναν ακόμα σύντροφο, ώστε να μην ξεφύγει στα σίγουρα.

 

Ο μπαρμπα-Γιώργος τάισε τα πραματάκια του, ήπιε ένα ζεστό κονιάκ και κίνησε για το καφενείο. Ήθελε να βρει και καποιον άλλο κυνηγό ώστε πολύ πρωί, «όρθρου βαθέος», να στήσουν καρτέρι στον άμοιρο λαγό. Έφτασε στο καφενείο, έπαιξε την κοντσίνα του και περίμενε, μάταια όμως, την κυνηγοπαρέα του. Το χιόνι που έπεσε και το τσουχτερό κρύο τους κράτησε όλους στο τζάκι τους. Έτσι απευθύνθηκε κατ΄ανάγκην  σ΄ έναν άλλο παρόντα,  γείτονά  του, ερασιτέχνη κυνηγό που είχε ένα παλιό δίκανο με κοκόρια. Κανόνισαν την ώρα και τον τόπο συνάντησης και καληνυχτίζοντας ο ένας τον άλλο τράβηξαν για τα κονάκια.

 

Την άλλη μέρα το πρωί, πριν χαράξει, όπως ακριβώς τα κανόνισαν, αντάμωσαν στο καθορισμένο μέρος. Πήραν την κατάλληλη θέση και πράγματι ο λαγός ξεμύτισε από την κρυψώνα του και πηδώντας πάνω στο χιόνι τράβηξε  προς το πλαϊνό ρεματάκι, στη μεριά  του εφεδρικού κυνηγού. Εκείνος σηκώνει το όπλο και ...ξεφωνίζει:

 

-Τσακ! Τίποτα. Ματατσάκ! Πάλι τίποτα. Α ρε μπάσταρδε, τη γλίτωσες πάλι!

 

Ο αθεόφοβος  είχε χαλασμένο το δίκανο  και προσπάθησε να μιμηθεί  με το στόμα το χτύπημα του κόκορα του όπλου. Δικαιολογήθηκε ότι δεν έσκασαν τα καψούλια. Αντί για μισό λαγό στο σακίδιό του έβαλε  τις μούντζες και τις κατσάδες του συντρόφου του.