Ο παπάς

2014-10-27 11:30

Καημό και σκασίλα το ΄χα μικρός να λύσω μια απορία που με βασάνιζε: φοράνε οι παπάδες κάτω από το ράσο παντελόνια; Ποιος τολμούσε να τους ρωτήσει τότε, εξόν από τα παιδιά που βοηθούσαν στο Ιερό. Το θέμα το έθεσα με την πάσα σοβαρότητα στον παππού και τη γιαγιά. Ο μεν παππούς, παίζοντας με την αγωνία μου, έλεγε ότι φοράνε μόνο μακρύ σώβρακο, η δε γιαγιά ότι φοράνε κανονικά παντελόνι όπως όλοι οι άντρες. Η απορία μου βέβαια λύθηκε κάποτε όταν είδα τον γερόπαπα της ενορίας μας σε μια ανύποπτη στιγμή να ανασηκώνει το ράσο και να σφίχνει τη ζώνη του.


Ο παπάς κείνα τα χρόνια, μαζί με το δάσκαλο, τον πρόεδρο και τον αστυνόμο, αποτελούσαν τις κεφαλές κάθε χωριού και απολάμβαναν το σεβασμό και την εμπιστοσύνη των χωριανών. Αφοσιωμένοι στο λειτούργημά τους πάλευαν πολλές φορές, όπως όλοι, με τα στοιχειά της φύσης και τις αντιξοότητες της ζωής. Μέχρι που να γίνουν μισθωτοί ζούσαν με τις εισπράξεις του δίσκου και τις προσφορές των πιστών. Είναι αλήθεια ότι στα μικρά και φτωχά χωριά τα έβγαζαν δύσκολα πέρα και πολλές φορές η ανάγκη τους έκανε να κάνουν αγροτοδουλειές, όταν μάλιστα ήταν και πολυφαμελίτες. Και παπάδες και ζευγάδες. Είναι γνωστή η ιστορία ενός παπά που αναγκάστηκε να κλέψει τις κότες μιας γριας συγχωριανής του. Αυτή του ζήτησε την Κυριακή στην εκκλησία να αναφέρει το γεγονός και να προτρέψει τον κλέφτη να επιστρέψει τις κλεμμένες κότες. Όπως ήταν φυσικό αυτό δεν έγινε και η παθούσα απαίτησε από τον παπά να τον αφορίσει. Βλέποντάς τον να ...ξεροστρίβει τον απείλησε ότι θα αναφερθεί στο δεσπότη. Οπότε εκείνος, μη μπορώντας να κάμει αλλιώς, ανακοίνωσε την Κυριακή από την Ωραία Πύλη τον αφορισμό, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του:


-Ο κλέφτης να έχει την κατάρα μου και την κατάρα του Θεού. Να φοράει όλη του τη ζωή μαύρα και να έχει πάντοτε γένια...


Αμέτρητα τα περιστατικά και οι ευτράπελες ιστορίες με τους αγαθούς και αγράμματους από αυτούς. Να μερικές αυτούσιες. Κάποτε μια γιαγιά μου πότιζε όλη νύχτα στο χωράφι της και πριν ξημερώσει πήρε το δρόμο για το χωριό. Να σου εκείνη την ώρα πήγαινε κι ο παπάς- ήταν μεγάλη γιορτή- να ψάλλει τον Όρθρο στο ξωκλήσι. Βλέποντάς τον στο μισοσκόταδο η γιαγιά κοκάλωσε. Τον πέρασε για ξωτικό κι άρχισε να λέει το «Πάτερ ημών». Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν το «πατ ...πατ...πατ», ώσπου να τη συνεφέρει ξεροβήχοντας ο παπάς.


-Σύνελθε μαρή Κώσταινα. Κοτζάμ παπά δεν τον γνώρισες!


Σ΄ ένα χωριό που ήμουν δάσκαλος ο πρόεδρος ζήτησε από τον παπά να διαβάσει ένα χαρτί στο εκκλησίασμα.


-Παππούλη, του λέει, θέλω την Κυριακή να κάνεις αυτήν την ανακοίνωση. Μην το ξεχάσεις. Τ΄ ακούς, μην το ξεχάσεις! Το πράγμα είναι σοβαρό και επείγον.
-Το κατάλαβα πρόεδρε. Αμ τι νόμισες, τον παπά θα παίζουμε...

 


(φωτ: Παντέλης Βαρδουσιώτης)