Παζαριώτικα

2014-10-27 11:20

Ένα από τα πιο ξακουστά παζάρια της Ρούμελης ήταν-και είναι- αυτό της Σπερχειάδας. Με ρίζες πολύ βαθιές, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σ΄αυτά βέβαια δεν έλειψαν ποτέ κι οι γύφτοι. Γεννημένοι για το εμπόριο. Παλιά τους έβλεπες να πουλούν μαχαίρια, χατζάρια, σουγιάδες, κλαδευτήρια, τσαπιά, πέταλα, καρφιά κι ότι άλλο σιδερικό έβγαινε από το χέρι τους. Σήμερα τους βλέπεις σε μιαν άκρη του παζαριού να πουλούν χαλιά, κουβέρτες κι άλλα συναφή. Από τιμή όπου σε πιάσουν.

Εκεί όμως που ήταν ακαταμάχητοι ήταν στο ζωοπάζαρο. Τους σκιαζόταν το μάτι σου. Ζωέμποροι πρώτοι. Από τη νύχτα έπιαναν τα στέκια από όπου πρόκειταν να διαβεί ζωντανό κι άρχισαν τα παζαρέματα. Θύματά τους συνήθως οι αγαθοί χωριάτες που κουβαλούσαν στο παζάρι τα ζώα τους να τα πουλήσουν κι ύστερα να κάνουν με τη σειρά τους τις προμήθειες του χειμώνα αλλά κι ολόκληρης της χρονιάς. Τους πλεύριζαν, τους ζύγιζαν με το μάτι, άνθρωπο και ζώο και βγάζοντας ένα σωρό κουσούρια στο ζωντανό έκαναν την προσφορά τους. Σχεδόν πάντα αγόραζαν σε χαμηλές τιμές. Στο πούλημα δε σου ΄βγαζαν το λάδι. Αλοίμονο στον αγοραστή που δεν ήταν έμπειρος ή δεν είχε κοντά του μεσίτη, τσιασίτη τον λέγαν τότε. Έβρισκαν πάντα τον τρόπο να σε φέρουν τούμπα. Γύφτος και ζημιά πράμα σπάνιο. Κι αν σου άρεσε κανένα ζώο κι έκανες να φύγεις δε σε άφηναν.

-Μη φεύγεις, θα τα βρούμε! Έλεγαν.Πες μας κι εσύ τι δίνεις;

Κι έτσι σε έβαζαν στο λούκι και δύσκολα να ξεγλιστρίσεις. Κάπως έτσι την έπαθε κι ένας μακρινός μπάρμπας μου. Ο δόλιος εκείνη τη χρονιά ήταν άφραγκος. Σκέφτηκε να πουλήσει έναν γάιδαρο που είχε. Χωρίς να ρωτήσει τη γριά του τον πούλησε σε κάτι γύφτους. Όταν το πήρε χαμπάρι εκείνη τον έφαγε στη γκρίνια:
-Βρε ανεπρόκοπε, τι σου ΄φταιγε το ζώο; Πώς θα πηγαίνουμε τώρα για ξύλα ή στο μύλο;

Είδε κι απόειδε ο φουκαράς, δανείστηκε και την τελευταία μέρα, που πέφταν κι οι τιμές, πήγε στο ζωοπάζαρο για καινούριο γαϊδούρι. Εντόπισε ένα σαν αυτό που είχε πριν και το αγόρασε. Μπήκε καβάλα και τράβηξε για το σπίτι. Αυτό, λες και ήξερε το δρόμο, τον πήγε κατευθείαν στο παχνί. Απόρησε. Όταν το ξεσαμάρωσε κατάλαβε τι έπαθε. Του την έφεραν οι γύφτοι. Αγόρασε το ίδιο ζώο. Του ΄βαλαν καινούριο σαμάρι, του άλλαξαν καπιστράνα, του κρέμασαν και δυο -τρεις χάντρες κι άλλαξε όψη. Ούτε που το ψυλλιάστηκε...

(Η φωτογραφία είναι από ζωοπάζαρο της Λαμίας)