Τα παλιά μοναστήρια

2014-04-10 10:38

Αστείρευτη η ιστορική και θρησκευτική μας κληρονομιά. Η συμβολή του μοναχισμού ανεκτίμητη. Δεν ήταν μόνο φυτώρια αγίων τα μοναστήρια μας, αλλά και η κιβωτός όπου φυλάχτηκε και διασώθηκε η ελληνοχριστιανική υπόσταση και συνέχεια της φυλής μας.

  

Από τα χρόνια της εικονομαχίας (727-843), μια περίοδος που σκίασε την εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή του Βυζαντίου, πολλοί μοναχοί από την Πόλη και τη Μ. Ασία εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, πήραν μαζί τους ό,τι πολυτιμότερο είχαν και κατέφυγαν και διασκορπίστηκαν στον παλιό ελλαδικό χώρο, ζητώντας καταφύγιο σε ορεινές, μα φιλόξενες περιοχές. Εκεί έχτισαν εκκλησιές και μοναστήρια, που πρόσφεραν ανυπολόγιστες υπηρεσίες στο γένος τον καιρό της Τουρκοκρατίας και στην Εθνεγερσία. Έγιναν καταφύγια των κατατρεγμένων ρωμιών, κρυφά σχολειά, λημέρια και ορμητήρια των κλεφταρματολών. Από κει μέσα αναδείχτηκαν σπουδαίοι πνευματικοί και εθνικοί ηγέτες, αλλά και τόσοι ήρωες του μεγάλου ξεσηκωμού.

 

 Ένας νόμος του Όθωνα, στα 1833, να καταργηθούν όλα τα μοναστήρια που είχαν κάτω από έξι μοναχούς, άνοιξε μια βαθιά πληγή στη μοναστική μας ιστορία και παράδοση. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει πικρόχολα στα απομνημονεύματά του: «Διάλυσαν τα μοναστήρια, συμφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και πούλαγαν τα δισκοπότιρα κι όλα τα γερά εις το παζάρι. Τότε πιαστήκαμεν και γενήκαμεν κομμάτια.  Αφάνισαν όλως διόλου τα μοναστήρια και οι καημένοι οι καλόγεροι, όπου αφανίστηκαν εις τον αγώνα, πεθαίνουν της πείνας μέσα στους δρόμους, όπου αυτά τα μοναστήρια ήταν τα προπύργια της επανάστασής μας. Και θυσιάσαν οι καημένοι οι καλογεροι και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι αναθεματισμένοι της πατρίδας πολιτικοί μας και διαφθαρμένοι αρχιερείς και ο τουρκοπιασμένος Κωνσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινάς-Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών- συμφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και χάλασαν και ρήμαξαν όλους τους ναούς των μοναστηριών».

  

Με βασιλικό διάταγμα λοιπόν διατηρείται του Αγάθωνος και καταργούνται του Προφήτη Ηλία και της Ρούστιανης, τα οποία διατάσσονται να παραδώσουν την περιουσία τους και οι μοναχοί τους να συνεχίσουν το μοναχισμό τους στη Μονή Αγάθωνος.

  

Ακολουθούν τα παλιά μοναστήρια της περιοχής Σπερχειάδας. Η ιστορία τους χάνεται μέσα στους αιώνες και πνίγεται μέσα στο θρύλο. Πηγές μας αξιόλογες συγγραφικές εργασίες και η τοπική παράδοση.

 

                        

Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία  Παλιοχωρίου

            

Χτισμένο σ’ ένα λοφίσκο, στα χίλια  και πάνω μέτρα, εκεί που βρίσκεται σήμερα η εκκλησούλα  του Αϊ – Λια του Παλιοχωρίου, ένωνε τα διάσελα στο τρίστρατο για Βελούχι, Σαράνταινα και Οξυά.

 

Η παράδοση το θέλει να χτίζεται στα βυζαντινά χρόνια, τότε που γίνονταν οι μεγάλες μετακινήσεις μοναχών και χριστιανών από την Πόλη και τα παράλια της Μικράς Ασίας προς τις φιλόξενες βουνοκορφές της πατρίδας μας.

 

Γύρω από το καθολικό, στα χρόνια της ακμής του, ήταν χτισμένα πολλά κελιά, μονόπατα και δίπατα, για να στεγάζονται οι καλόγεροι, που ξεπερνούσαν τους εκατό.

 

Η κτηματική του περιουσία πολύ μεγάλη. Άρχιζε με τα κτήματα του Παλιοχωρίου, συνέχιζε στο Νικολίτσι, στο Κυριακοχώρι, στην Κουτσούφλιανη, έφτανε ως τη δασωμένη πλευρά του Γαύρου και του Γουλινά και τελείωνε στα Βασιλικά Υπάτης. Άφθονα καλλιεργούνταν τα σιτηρά, τα αμπέλια, τα καρποφόρα δέντρα και οι μουριές για την εκτροφή μεταξοσκώληκα. Στους αμέτρητους λιβαδότοπους άφθονα έβοσκαν επίσης τα γιδοπρόβατα και τα αλογομούλαρα.

 

Στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς ήταν το καταφύγιο των κατατρεγμένων Ρωμιών μα και των κλεφτών της περιοχής, όπου έβρισκαν φαγητό και καλό κρασί. Συχνοδιάβαινε από κει ο ξακουστός αρχικλέφτης του Λιδωρικιού Τσαμ Καλόγερος με το ασκέρι του. Λέει η ιστορία πως παραμονές της επανάστασης του 1821, γνώρισε την οργή του δερβέναγα του Αλή Πασά Γιουσούφ Αράπη. Ήταν το 1794, τότε που ο τύραννος των Ιωαννίνων έστειλε τον αιμοβόρο στρατηγό του να χαλάσει τους κλέφτες της Ρούμελης. Στην Οξυά, και στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία έγιναν σκληρές μάχες. Οι κλέφτες χαλάστηκαν, το μοναστήρι κατηγορήθηκε για συνεργασία και απόκρυψη του αρχικλέφτη και τυλίχτηκε στις φλόγες.

 

Η Παράδοση επίσης λέει ότι στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα επισκέφτηκε το μοναστήρι και ο φλογερός Εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός για να εμψυχώσει τους καλόγερους και να σπείρει στους κατοίκους της περιοχής τον ευαγγελικό λόγο.

 

Μετά την απελευθέρωση, στα 1835, η επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία πήρε την απόφαση να διαλύσει τα μοναστήρια του νεοσύστατου Βασιλείου που είχαν κάτω από έξι μοναχούς. Με βασιλικό διάταγμα διατηρείται το μοναστήρι του Αγάθωνος και καταργούνται τα άλλα δύο, τα οποία διατάσσονται με έγγραφο της Μητρόπολης να παραδώσουν την κινητή και ακίνητη περιουσία τους στο Μητροπολίτη Φθιώτιδας Ιάκωβο. Στις 15 Μαΐου του 1835 ο στερνός ηγούμενος του μοναστηριού, ιερομόναχος Δαμιανός, παρέδωσε  τη σφραγίδα στον Ιάκωβο και στις 15 Ιουνίου τα άγια λείψανα, τα ιερά άμφια, τα αργυρά σκεύη και τα βιβλία, εκτός από τις εικόνες.

 

Τα άγια λείψανα φυλάσσονταν σε αργυρά κιβώτια και ήταν: Η παλάμη του δεξιού χεριού του Αποστόλου Ανδρέα, του Πρωτόκλητου, που σώζεται σήμερα στη Μονή Γαλατάκη, στην Εύβοια, η κάρα του Αγίου Ιωάννη του Νηστευτή,  η παλάμη του χεριού και τεμάχια σώματος του Αγίου Χαραλάμπους. Κατά την παράδοση των λειψάνων στην Επισκοπή δεν δόθηκαν όλα, παρέμειναν κάποια στο μοναστήρι κι αργότερα βρέθηκαν σε γειτονικές εκκλησιές, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Πουγκάκια και στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στο Γαρδίκι.

 

Στα 1838, ο δήμαρχος Ομιλαίων κατέβαλε επίμονες προσπάθειες για επαναλειτουργία του μοναστηριού αλλά μάταια.  Οι καλόγεροι διατάχθηκαν να μεταβούν οριστικά στη Μονή Αγάθωνος για να συνεχίσουν το μοναχισμό τους.                    

 

Στα 1930, το καθολικό του μοναστηριού μετατράπηκε σε ενοριακό ναό και στις 20 Ιουλίου 1936 έγινε εκεί η τελευταία λειτουργία. Οι φωτιές του Γιουσούφ και των Οθωμανών είχαν διαβρώσει το ιστορικό κτίσμα που γκρεμίστηκε λίγους μήνες αργότερα για να χτιστεί άλλος ναός στην ίδια θέση, με τις ίδιες σχεδόν πέτρες, σε ρυθμό σταυροειδή βυζαντινό με τρούλο, που σώζεται μέχρι σήμερα, απομεινάρι μιας ένδοξης ιστορίας.

 

(Από το βιβλίο του Γιάννη Δ. Παπαναγιώτου: «Ο Αϊ-Λιας του Παλιοχωρίου» Αθήνα 1978)

 

                        

Μοναστήρι της Παναγίας της  Ρούστιανης  

           

Σύμφωνα με την Παράδοση ήταν  μετόχι του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία. Χτισμένο κατάραχα σ ένα επιβλητικό λόφο αντίπερα από τα Κανάλια, στα αριστερά του Ρουστιανίτη,  ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του «Γενεθλίου της Παναγίας». Στα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς έζησε και έδρασε παράλληλα με το αδελφό μοναστήρι του Παλιοχωρίου. Η λέξη Ρούστιανη είναι σύνθετη. Προέρχεται από τις λέξεις ρους και ίσταμαι και σημαίνει στέκομαι όρθιος, εμποδίζω, αναχαιτίζω την ορμή του ποταμού.

 

Η κτηματική του περιουσία  ήταν σημαντική, έφτανε μέχρι το κτήμα του «Μηνογιάννη», κοντά στη Λευκάδα. Εκεί ξεχείμαζαν εκατοντάδες γιδοπρόβατα που έδιναν νόστιμο και άφθονο γάλα και βούτυρο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως όλα τα μοναστήρια, βοήθησε την κλεφτουριά και την εξέγερση του 1821. Οι μοναχοί του φαίνεται ότι πήραν τα όπλα και με τους άλλους μοναχούς του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία, πολέμησαν σε διάφορες μάχες της περιοχής τους Τούρκους, όπως στην Αλαμάνα. Σε αντίποινα οι Οθωμανοί προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στο μοναστήρι και κατέστρεψαν την ακίνητη περιουσία του.

 

Στα 1828, οι δύο μοναχοί του Δαβίδ και Ιωαννίκιος ζήτησαν δάνειο για να αποκαταστήσουν τις ζημιές και στα 1835 διαλύθηκε γιατί βρέθηκε με δύο μονάχα καλογέρους, ενώ η σφραγίδα του παραδόθηκε το 1830 στον Επίσκοπο Προκόπιο, τοποτηρητή της Επισκοπής Νέων Πατρών (Υπάτης). Όπως συνέβη και με το μοναστήρι του Παλιοχωρίου, τον Ιούνιο του 1835, οι μοναχοί διατάχθηκαν να το εγκαταλείψουν και να μονάσουν στο μοναστήρι του Αγάθωνος, αφού παραδώσουν τα ιερά σκεύη και τα άγια λείψανα που φυλάσσονταν εκεί. Τότε παραδόθηκαν στον Έπαρχο Φθιώτιδας δύο αργυρά κιβώτια που περιείχαν: ένα αργυρό σταυρό, ένα αργυρό κανδήλι  και μέρος των λειψάνων του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Θεοδώρου Τύρωνος του Στρατηλάτου, του Αγίου Μερκουρίου, του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης και του Αγίου Μηνά. Το ένα από τα δύο αργυρά κιβώτια σώζεται σήμερα στη Μονή Αγάθωνος.

 

Σε μια αλληλογραφία της εποχής, στα 1838, διαβάζουμε ότι στο μοναστήρι συνέχιζε να μονάζει ο ιερομόναχος Ιωαννίκιος, άλλοτε μοναχός του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία.

 

Στα 1939, εκεί που βρισκόταν το καθολικό του μοναστηριού, χτίστηκε νέος ναός που σώζεται μέχρι σήμερα και ανήκει στην ενορία Καναλίων. Στις μέρες μας,  από τα ιερά κειμήλια σώζονται μόνο μία φορητή εικόνα του «Γενεθλίου της Παναγίας» και το αργυρό Άγιο Ποτήριο,  μεγάλης ιστορικής αξίας.

 

Στις 8 Σεπτεμβρίου, κάθε χρόνο, τελείται πανηγυρική Θεία Λειτουργία και ακολουθεί πανηγύρι στον προαύλιο χώρο του εξωκλησιού.

 

(Από το βιβλίο του Γιάννη Δ. Παπαναγιώτου: «Ο Αϊ-Λιας του Παλιοχωρίου» Αθήνα 1978 και την τοπική Παράδοση)

                                 

 

Μοναστήρι της Στάγιας

 

Ανώνυμοι μοναχοί του Βυζαντίου, μας λέει η Παράδοση, ήταν οι ιδρυτές του μοναστηριού. Η εντοιχισμένη λαξεμένη επιγραφή που είναι τοποθετημένη πάνω από τη βορινή θύρα του σημερινού ιερού ναού του Αγίου Νικολάου έχει την ένδειξη «ΑΒΓ 828», δηλαδή Αύγουστος του 828. Αυτή είναι και η πιθανότερη ημερομηνία ίδρυσης του μοναστηριού. Ο πρώτος ναός ήταν αφιερωμένος στη μνήμη του Αγίου Νικολάου του Νέου, του εν Βουνένοις της Καπαδοκίας ,που γιορτάζει στις 9 Μαΐου.

 

Με την ίδρυση του μοναστηριού οι κάτοικοι της γύρω περιοχής πληροφορήθηκαν πως εκεί υπήρχαν λείψανα αγίων, βυζαντινές εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια, αποκαλούσαν τον χώρο ιερό και άγιο και μετέβαιναν  να προσκυνήσουν λέγοντας ότι πηγαίνουν «εις τα άγια», «στα άγια» και έτσι προέκυψε η αγιωνυμία – τοπωνυμία «Στάγια». Χτίστηκε σιγά σιγά ένας μικρός οικισμός, που κάποια χρονική στιγμή μαζί με τη Μονή καταστράφηκαν και ερημώθηκαν.  Αργότερα, οι παλιοί κάτοικοι που είχαν καταφύγει  στη γειτονική Δωρίδα και στην Αχαϊα, επέστρεψαν και έχτισαν ξανά το χωριό από την αρχή, σε χώρο-μετόχι της Μονής, στη θέση «Παλιοχώρι», με το όνομα Στάγια. Ανακαινίστηκε και ο ναός, αλλά φαίνεται ότι από τότε δεν λειτούργησε πια σαν μοναστήρι. Η κτηματική του περιουσία περιλάμβανε και τη δασωμένη περιοχή του Γαύρου, αγγίζοντας σχεδόν τον κάμπο του Σπερχειού. Την περιοχή όμως αυτή την κατέλαβαν κάτοικοι κοντινών χωριών, ισχυριζόμενοι ότι πουλήθηκε σ αυτούς νόμιμα από προεστό του χωριού.

 

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό ξεκληρίστηκε και ξαναχτίστηκε εκεί που βρίσκεται σήμερα, μέσα στην ιδιοκτησία της Μονής, η οποία από το 1606 λειτουργεί ως κοιμητήριο του χωριού. Το χωριό και η ακατοίκητη Μονή έγιναν καταφύγιο και τόπος συγκέντρωσης κλεφτών και επώνυμων οπλαρχηγών της περιοχής όπως του Τσαμ Καλόγερου, του Σιαφάκα, των Κοντογιανναίων. Κοντά στη Μονή, στη θέση «Μαγαζί», υπήρχε και πυριτιδαποθήκη. Εκεί κοντά επίσης ,σε μια πλαγιά της Οξυάς, λέγεται ότι ξεψύχησε ο δοξασμένος αρχικλέφτης Τσαμ Καλόγερος, όπου μεταφέρθηκε  πληγωμένος ύστερα από τη μάχη της Ζελίστας, υποδεικνύοντας ως διάδοχό του το νεαρό τότε κλέφτη Θανάση Διάκο.

 

Το καθολικό της Μονής ανακαινίσθηκε στα 1844 όπως μαρτυρεί σκαλιστή πέτρα στα θεμέλια του ναού και σώζεται έτσι μέχρι σήμερα, νότια του χωριού, πάνω σ’ ένα λόφο, χωμένο μέσα σε πανύψηλα αιωνόβια δέντρα. Η λαξεμένη επιγραφή που προαναφέραμε φέρνει στο κέντρο και άνω χαραγμένο σταυρό. Δεξιά και αριστερά του είναι χαραγμένες δύο κεφαλές λεόντων. Στα δεξιά του σταυρού επίσης είναι ευδιάκριτα χαραγμένη μία κεφαλή ανθρώπου. Η παράσταση πιθανότατα απεικονίζει το Δανιήλ και τα λιοντάρια, συνηθισμένο θέμα στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.

 

Από τα σημαντικότερα κειμήλια που φιλοξενήθηκαν στη Μονή αναφέρεται η εικόνα της Παναγίας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

 

Η Στάγια μετονομάστηκε το 1957 σε Πλάτανο, με το σκεπτικό ότι η ονομασία αυτή είναι ξενικής προελεύσεως. Ήδη όμως το Κοινοτικό συμβούλιο του χωριού παλιότερα και το Δημοτικό συμβούλιο του διευρυμένου δήμου πρόσφατα, με την αριθ. 177/2002 ομόφωνη απόφασή του, κίνησαν τη διαδικασία για την επαναφορά της παλιάς ονομασίας, που είναι η πραγματική και ιστορικά τεκμηριωμένη ονομασία του χωριού.

 

( Πληροφορίες αντλήθηκαν από σχετική έρευνα του κ. Ελευθερίου Ρήγα)

 

                                              

Αγία Σοφία Ανατολής

 

Στην περιοχή της Ανατολής και στην τοποθεσία «Κορομπύλη», 2 χιλ. από τον Πύργο Υπάτης, χωμένος μέσα σε δάσος βελανιδιάς, βρίσκεται ο ναός της Αγίας Σοφίας. Ανεγέρθηκε το 1903 και είναι διαστάσεων 6Χ10 μ. περίπου. Εκεί προϋπήρχε μικρότερος ναός. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων βρέθηκαν εκτός των άλλων κομμάτια μαρμάρων, εικόνες, αργυρές κανδήλες, σταυροί κλπ. Βρέθηκαν επίσης και 3 τεμάχια μαρμάρινων στηλών, μήκους περίπου 2 μ. Τα μικρά μαρμάρινα κομμάτια και ένα μεγάλο κομμάτι μαρμάρινης στήλης εντοιχίστηκαν στο νέο ναό. Στη βάση αυτή της στήλης και κάτω από ένα δυσανάγνωστο κείμενο υπήρχαν σε αραιή γραφή τα γράμματα ωμξ, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι η χρονολογία κτίσης, δηλαδή το 847.

  

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση εκεί υπήρχε ακμάζουσα μονή, η οποία καταστράφηκε το 1461 από διερχόμενη στρατιωτική τούρκικη μονάδα. Η κτηματική της περιουσία διανεμήθηκε στους κατοίκους των κοντινότερων χωριών, εκτός από μια έκταση 500 στρεμμάτων. Η δασώδης αυτή έκταση, στην εποχή του Αλή Πασά,  περιήλθε  στην κατοχή του Γιωργάκη Κοντογιάννη, οπλαρχηγού της περιοχής. Στα 1835 ο Κοντογιάννης πούλησε την έκταση σε κάποιον Γραμματίκα από το Νεοχώρι και αυτός την πούλησε σε βοσκούς από την Πέρα Χομίργιαννη (Ανατολή). Αυτοί τελικά την πούλησαν στο δημοδιδάσκαλο Ιωάννη Κουτσόβουλο, ο οποίος από τότε είχε και την εκμετάλλευση του δάσους.

 

Από πολύ παλιά μέχρι και σήμερα κάτοικοι των γειτονικών χωριών συγκεντρώνονται στο εξωκλήσι, που λειτουργεί κάθε Δευτέρα του Πάσχα.

 

(Από το βιβλίο του Ξενοφώντος Αναγνωστόπουλου: «Λαογραφικά Ρούμελης», Αθήνα 1955, σελ. 109-113)

 

                            

Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα Κλωνίου

 

Το εξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα, χτισμένο σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία στα υπερκείμενα  υψώματα του χωριού Κλωνί, θεωρείται ο φύλακας και προστάτης άγιός του. Κατά την παράδοση εκεί υπήρχε το ομώνυμο μοναστήρι που άκμασε στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και στην Τουρκοκρατία. Σώζονται ερείπια από τα κελλιά καθώς και ο τάφος μιας μοναχής. Το σημερινό εξωκλήσι χτίστηκε στα 1929 και χρησιμοποιήθηκαν πέτρες  από τον παλιό ναό-καθολικό της Μονής. Την ημέρα της γιορτής του Αγίου (27 Ιουλίου) τελείται και το πανηγύρι του χωριού.

  

Ο Ταξιάρχης Τσόγκας μας πληροφορεί ότι στην ίδια τοποθεσία ήταν χτισμένος από τους Δόλοπες βωμός του αρχαίου θεού Απόλλωνα. (Ταξιδεύοντας στο χρόνο-Φθία Θεσσαλίας. Αθήνα 1999). Το 1100 μ.Χ. χτίστηκαν από μοναχούς η πρώτη χριστιανική εκκλησία και το μοναστήρι. Το μοναστήρι κάηκε από τους Τούρκους το 1566 και το 1823, με θύματα πολλους μοναχούς. Το 1827 έπαψε να λειτουργεί. Λίγα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί μοναχές.

 

                              

Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Άνω Φτέρη

  

Στην Άνω Φτέρη και σε υψόμετρο 800 μ. περίπου βρίσκεται χτισμένος, περίβλεπτος και μεγαλοπρεπής, ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Κατά την παράδοση χτίστηκε στα Βυζαντινά χρόνια και ανακαινίστηκε το 1843. Κατά τη διαρρύθμιση του ναού, στα 1915, βρέθηκαν ανθρώπινα οστά μέσα σε πιθάρια, διάφορα κτερίσματα, σταυροί οξειδωμένοι κ.ά. Σύμφωνα με το συγγραφέα Αντρέα Λάμπου εκεί άκμαζε μοναστήρι με μεγάλο αριθμό κληρικών και κτηματική περιουσία και αποτελουσε κατά την Τουρκοκρατία το καταφύγιο των κατατρεγμένων Ηπειρωτών, καθώς και των κλεφταρμματολών του Γουλινά. (Ιστορία Φτέρης  Φθιώτιδας. Αθήνα 1973).

 

 

 

Άγνωστες λεπτομέρειες από την ιστορία της Μονής Αγάθωνος

    

Είναι γνωστή η εθνική και πνευματική προσφορά του μοναστηριού της Αγάθωνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και η συμβολή του στην Επανάσταση του 1821. Ήταν λημέρι των Κοντογιανναίων, οπλαρχηγών του Πατρατζικίου (σημερινής Υπάτης), εκεί λειτουργούσαν Κρυφό Σχολειό, η περίφημη Σχολή Αγάθωνος και μια αξιόλογη βιβλιοθήκη η οποία καταστράφηκε σε μια επιδρομή του Ομέρ Βρυώνη στα 1822. Η ιστορία της Μονής έχει καταγραφεί από αξιόλογους ερευνητές και συγγραφείς. Οι γραμμές που ακολουθούν αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα που σχετίζονται με την περιοχή μας και αντλήθηκαν από μια ενδιαφέρουσα έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους του φίλου ιστοριοδίφη Γεωργίου Κ. Θ. Λέλη.

   

Όπως έχουμε ξαναγράψει, με Βασιλικά Διατάγματα του Όθωνα το 1833, συνέχισε να λειτουργεί  το μοναστήρι και οι μοναχοί των μοναστηριών Αϊ-Λια Παλαιοχωρίου και Ρούστιανης διατάχθηκαν να παραδώσουν τα ιερά σκεύη, λείψανα και κειμήλια στην Αγάθωνη, αφού έπαυε πλέον η μακρόχρονη λειτουργία τους.  Το 1834 ο τότε ηγούμενος ιερομόναχος Γρηγόριος Ιωάννου κατηγορήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του καταχράστηκε χρήματα και περιουσιακά στοιχεία της Μονής και ότι είχε ευθύνη για την απώλεια ιερών σκευών,  λειψάνων και κειμηλίων.  Με την από 8-4-1834 αναφορά του προς την Ιερά Σύνοδο ο ηγούμενος παραπονέθηκε για την απρεπή συμπεριφορά του Νομάρχη, ο οποίος διέταξε τη φυλάκισή του και τη διενέργεια ανακρίσεων, αφού πρώτα παρέδωσε τα χρήματα της Μονής στη Χωροφυλακή. Η Ιερά Σύνοδος διαβίβασε την αναφορά του ηγούμενου στη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών ( Υπουργείο θρησκευμάτων), η οποία με τη σειρά της τη διαβίβασε στη Νομαρχία Φωκίδος και Λοκρίδος, ζητώντας να πληροφορηθεί λεπτομερώς για τα γεγονότα. Ο Νομάρχης απαντώντας ανέφερε τα σχετικά γεγονότα καταλήγοντας ότι ο Επίσκοπος και ο Έπαρχος Φθιώτιδος  ερευνούν τα καταγγελόμενα για τη  μοναστηριακή περιουσία της Μονής. Σημειώνουμε εδώ ότι η κτηματική περιουσία της Μονής, το 1837, ήταν 480 στρέμματα χωράφια, εκτός από τα λιβάδια στην Οίτη. Τα 191 από αυτά καλλιεργούνταν στο Μούσδροβο (Περιβόλι) μεσιακά, από ντόπιους κολίγους. Η παραγωγή ήταν κυρίως σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι.

   

Στο μεταξύ, δύο ιερομόναχοι της Μονής με αναφορά τους που έστειλαν στο Μητροπολίτη Φθιώτιδος, κατηγόρησαν τον ηγούμενο εκτός των άλλων και για άδικη μεταχείριση και ζήτησαν εκλογή νέου ηγουμένου. Ο Μητροπολίτης διενήργησε εξέταση και οι κατηγορίες  αποδείχτηκαν αναληθείς. Η Ιερά Σύνοδος θέλοντας να δώσει τέλος σ’ αυτή την κατάσταση γράφει προς τη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών ότι ο ηγούμενος είναι ήδη έκπτωτος και ότι διέταξε το Μητροπολίτη σε συνεργασία με το διοικητή Φθιώτιδος να ερευνήσουν την υπόθεση  κατάχρησης σε βάθος. Συγκροτήθηκε εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από το Μητροπολίτη , το Διοικητή Φθιώτιδος, το νέο ηγούμενο Μακάριο- ο Γρηγόριος είχε ήδη παραιτηθεί- και δύο μοναχούς , η οποία στις 25 Ιουνίου 1838 άρχισε το ανακριτικό της έργο, εξετάζοντας συνολικά δώδεκα μάρτυρες.  Μεταξύ αυτών εξετάστηκαν και τρεις μάρτυρες από τη Σέλιανη (Μάρμαρα): Ανδρέας Σπανός, 55 ετών ,κτηματίας,  Ιωάννης Δημητρίου, 50 ετών ,ιερέας και Αναγνώστης Κραβαρίτης, 55 ετών, γεωργός. Περατώνοντας η επιτροπή τις καταθέσεις στις 7 Ιουνίου 1838, συνεκτίμησε ότι ο Γρηγόριος όφειλε στη Μονή 11.900 δρχ., μια οφειλή που αργότερα αποδείχτηκε αναληθής.

   

Θα σταθούμε λίγο στην έρευνα για τα ιερά σκεύη και κειμήλια της Μονής. Από τις καταθέσεις λοιπόν των μαρτύρων προέκυψαν τα εξής: Τα ιερά σκεύη το Νοέμβριο του 1821 ήταν θαμμένα , για ευνόητους λόγους, στον κήπο του μοναστηριού. Ο τότε ηγούμενος Ιωσήφ, παρουσία πολλών μαρτύρων, διέταξε την ανασκαφή των, τα κατέγραψαν σε ένα κατάλογο και τον έστειλαν στο Διοικητή Φθιώτιδος. Στη συνέχεια ο ηγούμενος τα ανασκαφέντα σκεύη και κειμήλια τα μετέφερε στη Σέλιανη στο σπίτι του Ανδρέα Σπανού και μετά από δεκαπέντε ημέρες τα πήγε στο Μοναστήρι του αγίου Ιωάννου, στην Αρτοτίνα. Ο ηγούμενος Γεράσιμος, για μεγαλύτερη ίσως ασφάλεια, τα μετέφερε στα Βαρδούσια, στη τοποθεσία «Αποκλείστρα», εκτός από τέσσερις ασημένιες πλάκες με άγια λείψανα, οι οποίες τελικά και χάθηκαν. Εκεί παρέμειναν κρυμμένα για τρία χρόνια. Επειδή άρχισαν να κλέβονται ο Βαγγέλης Κοντογιάννης έδωσε εντολή να τα φέρουν στην Κολοκυθιά, όπου τα παρέδωσαν στους ιερείς της περιοχής παπα-Ιωάννη και παπα-Νικόλαο, στον Αναγνώστη Κραβαρίτη και στον Κραβαρτόγιαννο οι οποίοι και τα έθαψαν. Με εντολή της επιτροπής ξεθάφτηκαν, καταγράφτηκαν και μετακομίστηκαν στο Διοικητήριο. Από τα απωλεσθέντα , ένα ευαγγέλιο, ένας σταυρός και τέσσερα τεμάχια λειψάνων αγίων, σύμφωνα με την κατάθεση του Ανδρέα Σπανού, κλάπηκαν το έτος 1835 από την εκκλησία. Για τα υπόλοιπα η επιτροπή πρότεινε περαιτέρω έρευνες.

 

Στις 25 Ιουλίου 1838 πρόκριτοι και κάτοικοι της Δυτικής Φθιώτιδας έστειλαν αναφορά με 143 υπογραφές προς το Διοικητή Φθιώτιδας, στην οποία με κάθε λεπτομέρεια εξιστορούσαν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Μονή και αποκάλυπταν τη σκευωρία σε βάρος του πρώην ηγουμένου Γρηγορίου Ιωάννου. Οι 29 υπογραφές ήταν από το Δήμο Υπάτης,59 από το Δήμο Σπερχειάδος, 19 από το Δήμο Ομιλαίων, 6 από το Δήμο Τυμφρηστού, 25 από το Δήμο Καλλιέων, 3 από το Δήμο Παραχελωϊτών (Λιανοκλαδίου) και 2 από το Δήμο Μακρακώμης. Τελικά αποδείχτηκε περίτρανα η αθωότητα του Γρηγορίου, αποκαταστάθηκε και επίσημα η υπόληψή του και επανεκλέχτηκε ηγούμενος.

   

Κλείνουμε τις γραμμές αυτές με το βιογραφικό του ηγουμένου, που απ’ ότι φαίνεται υπήρξε  αξιόλογη προσωπικότητα. Καταγόταν από το Παλαιόκαστρο και σε ηλικία 18 ετών έγινε μοναχός στη Μονή Αγάθωνος. Πήγε για λίγο διάστημα στο Άγιο Όρος, επέστρεψε στην Αγάθωνη και μετά τρία χρόνια αναχώρησε στη Βλαχία, όπου προσλήφθηκε εφημέριος σε εκκλησία της ελληνικής κοινότητας, ασκώντας παράλληλα καθήκοντα βοηθού του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση γύρισε στην πατρίδα και στρατεύθηκε στον Αγώνα, πολεμώντας υπό τις διαταγές του Βαγγέλη Κοντογιάννη, του Γεωργίου Αινιάνα και του Νικηταρά. Το 1823 τοποθετήθηκε ηγούμενος στη Μονή Αγάθωνος παρουσιάζοντας σπουδαίο έργο σε ‘κείνη την πολυτάραχη περίοδο των επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων.