Το κλαπατσίγκανο

2014-10-27 11:15

Καημό μεγάλο τον είχε ο γείτονάς  μου ο Γιώργος όταν μεγαλώσει και πάει στο Γυμνάσιο να γίνει σαλπιγκτής στις παρελάσεις των εθνικών εορτών, στην κεντρική πλατεία. Όλα ξεκίνησαν όταν ένας θείος του από την Αμερική του έκανε δώρο μια μεγάλη χάλκινη σάλπιγγα. Τη στόλισε μάλιστα με  μια μικρή γαλανόλευκη σημαία και με μιαν άλλη της ΑΕΚ, της ομάδας που αγαπούσε. Την περνούσε με ένα κορδόνι στον ώμο του και έγιναν αχώριστοι. Στην αρχή τρόμαζε να βγάλει ήχο, φούσκωνε και ξεφούσκωνε, ωστόσο καποια  στιγμή τα κατάφερε. Μ΄αυτήν  κοιμόταν και μ΄ αυτήν  ξυπνούσε. Μόνο στο σχολείο και στην εκκλησία δεν την είχε μαζί του. Στην ποδοσφαιρική αλάνα έκανε το διαιτητή, βγάζοντας ξεχωριστούς ήχους για κάθε παράπτωμα των κανονισμών του παιχνιδιού. Τόσο που οι παίκτες πειθαρχούσαν ασυζητητί. Κάποια στιγμή άρχισαν να αγανακτούν και  στο σπίτι του.

 

-Δεν το βαρέθ΄κες παιδάκι μ΄ ακόμα αυτό το κλαπατσίγκανο; τον μάλωνε μπουχτισμένος  ο πατέρας του.

 

Μα αυτός ...τη σάλπιγγά του. Πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο παρακολουθούσε ανελλιπώς τις πρόβες των παρελάσεων του Γυμνασίου, δίπλα από τους τυμπανιστές και σαλπιγκτές. Κείνα τα χρόνια, τα όχι και τόσο αλαργινά, τα τύμπανα και οι σάλπιγγες έπαιζαν τη μουσική της παρέλασης. Δεν χόρταινε να τους βλέπει και  να τους ακούει. Στις μεγάλες τάξεις ήθελε να είναι ο βασικός σαλπιγκτής. Μοναδικός και αναντικατάστατος. Δεν έμαθε μόνο τα εμβατήρια, αλλά  και τον εθνικό ύμνο και κάποια πατριωτικά τραγούδια.

 

Έλα όμως που δεν ήταν καλός μαθητής και τα ...φόρτωσε στον κόκορα. Ο πατέρας του τον διέγραψε από το Σχολείο και τον έστειλε στο μεροκάματο. Πήγε να σκάσει. Τα όνειρά του πλέον τελείωσαν. Πώς θα έπαιζε τώρα σάλπιγγα στις παρελάσεις;  Αυτή η έμμονη ιδέα δεν τον άφηνε να ησυχάσει κι όλο πεισμάτωνε. Ώσπου το πήρε απόφαση. Στην τελευταία πρόβα  για την παρέλαση θα έδειχνε την αξία του, έστω και λαθραία. Θα ανέβαινε κρυφά σε μια ταράτσα και θα τους έκανε όλους να ψάχνονται. Έτσι κι έγινε. Στο μέσο περίπου της παρέλασης ακούστηκε δυνατά από μιαν άλλη σάλπιγγα το ... «Μαύρη είν΄ η νύχτα στα βουνά» κι έγινε το έλα να δεις. Όλα τα μάτια έψαχναν να βρουν τον παρεμβολέα. Πού ρυθμός και πού βήμα. Μπάχαλο. Ούτε τα σφυρίγματα του αυστηρού γυμναστή δεν αποκατέστησαν την τάξη. Μα εκείνο που φοβόντουσαν περισσότερο  οι καθηγητές ήταν  να μην επαναληφθεί το ίδιο στην κανονική παρέλαση.  Έμειναν τελικά με το φόβο. Έστω και έτσι ο αδικημένος γείτονάς  μου έβγαλε το άχτι του...

 

(Στη φωτογραφία παρέλαση του Γυμνασίου Σπερχειάδας στα 1972)