Χαροπάλεμα με τους λύκους

2014-10-27 11:33

Δεκατετράχρονο παλικαράκι ο Σπύρος κίνησε από την Παλούκοβα, ένα χωριουδάκι της ορεινής Ναυπακτίας, με προορισμό την Υπάτη. Θα φοιτούσε στην τεχνική σχολή για να μάθει την τέχνη του κτίστη. Θα διανυκτέρευε στη Σπερχειάδα, στο σπίτι του μπάρμπα του. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, λίγο μετά τον Εμφύλιο. Η συνηθισμένη διαδρομή τα χρόνια εκείνα, με τα πόδια και μονοήμερη, ήταν ...Γραμμένη Οξυά-Γαρδίκι-Γαύρος-Άνω Καμπιά-Άνω Φτέρη-Κλωνί-Σπερχειάδα. Χαράματα χαιρέτησε τους δικούς του και κρατώντας στο ένα χέρι το βαλιτσάκι με μια αλλαξιά ρούχα και στο άλλο μια πετσέτα με λίγο ψωμοτύρι για κολατσιό, ανηφόρισε προς την Οξυά.

 


Μεσημέριασε σχεδόν όταν διάβηκε τη Ράχη και πήρε τον κατήφορο, μονοπάτι μονοπάτι, για το Γαρδίκι. Απόγευμα προσπέρασε τους Αγίους Θεοδώρους και χώθηκε στο πυκνό δάσος, με έλατα και βελανιδιές, στο Γαύρο. Σε μια δροσερή πηγούλα κολάτσισε, ξαπόστασε λίγο και πήρε πάλι το μονοπάτι. Ήθελε οπωσδήποτε πριν πιάσει η νύχτα να αγναντέψει τον κάμπο του Σπερχειού για να μη χαθεί, όπως τον είχε συμβουλέψει ο πατέρας του. Πρώτη φορά έβλεπε αυτόν τον τόπο. Άρχισε να σουρουπώνει. Συνέχισε στα τυφλά και ανάσανε με ανακούφιση όταν κάποια στιγμή αντίκρυσε τα λιγοστά φώτα των χωριών του κάμπου να τρεμοπαίζουν. 

 

Παίρνοντας κουράγιο συνέχισε την πορεία του μέσα στο φεγγαρόφωτο. Τον έπιασε ψιλός ιδρώτας όταν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι έχασε το δρόμο του. Αποκαμωμένος στάθηκε για λίγο στη ρίζα ενός έλατου να πάρει μια ανάσα. Σηκώθηκε, έσφιξε τα δόντια του και συνέχισε πάλι... Δεν ήταν άμαθος. Την παιδική του ηλικία την πέρασε στις λογγιές και στα ρουμάνια. Θα ήταν μεσάνυχτα όταν άκουσε ένα άγριο, περίεργο ουρλιαχτό. Ύστερα από λίγο το ίδιο. Ξανά και ξανά. Τα ουρλιαχτά πλήθαιναν. Μια μικρή αγέλη λύκων μυρίστηκε ανθρώπινη ύπαρξη και ζύγωνε απειλητικά. Ψύχραιμα και σβέλτα σκαρφάλωσε σε έναν έλατο. Οι λύκοι περιτριγύριζαν το δέντρο ουρλιάζοντας. Με μανία άρχισαν με τα σουβλερά τους δόντια να ροκανίζουν τον κορμό. Κάποια στιγμή το δέντρο έγειρε στο πλάι. Αρπάχτηκε στα κλαδιά ενός διπλανού. Οι λύκοι συνέχισαν το έργο τους. Ξαφνικά και ανεπάντεχα μέσα στη νυχτιά ακούστηκαν γαβγίσματα σκυλιών και μια ντουφεκιά. Μετά δε θυμόταν τίποτα...


Όταν άνοιξε τα μάτια του ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά. Ήταν ξαπλωμένος σε ξυλοκρέβατο, μέσα σε ένα βλάχικο κονάκι. Στο σοφρά τον περίμενε φρέσκο γάλα, τυρί και ψωμί. Στον τοίχο, πλάι στην κάπα, κρέμονταν ένα παλιό μονόκανο. Κι απέξω στο τσιγκέλι ένας λύκος. Έκαμε το σταυρό του, γέμισε το στομάχι του και κίνησε για τη Σπερχειάδα. Οι δικοί του είχαν φάει τον τόπο όλη νύχτα περιμένοντας...