Το φίδι και το γιατρικό

2014-06-24 16:09

 

-Ε, ψιτ! Ανακάλυψα μια φωλιά με πέντε πεταρούδια, έτοιμα.                                       

    

Γελούσαν και τ΄ αυτιά του Μήτσου, όταν μου το πέταξε στην πρωινή προσευχή του Σχολείου. Δεν ήταν δα και μικρό πράμα να βρεις μια φωλιά από τουρκοπούλα, λίγο πριν πετάξει τα μικρά της.

-Πού ρε;  Πες μου, τον ρώτησα στα κλεφτά.

-Στα Κεραμόγια, στη  μεγάλη κορομ΄λιά, κοντά στην πρώτη σούδα.

    

Στο διάλειμμα τα σχέδια καταστρώθηκαν μυστικά και με κάθε λεπτομέρεια. Η επιχείρηση θα γινόταν την ίδια μέρα, μετά το απογευματινό μάθημα. Τα μέτρα επαγρύπνησης από τον αυστηρό δάσκαλό μας ήταν τέτοια εποχή πάντα αυξημένα, αυτουνού και του αγροφύλακα. Στην ...πρωινή αναφορά υπήρχαν στο ποινολόγιο κρούσματα σκασιαρχείου για φωλιές αγριοπουλιών και η συλλογή σφεντονών  ήταν σύνηθες φαινόμενο. Στο μάθημα το μυαλό μου ταξίδευε στη μουριά της αυλής, σ΄ ένα κρεμασμένο κλουβί. Έβλεπα μια χαριτωμένη τουρκοπούλα με τα πολύχρωμα φτερά της να τραμπαλίζεται ώρες ατέλειωτες και να γεμίζει τον αέρα με το γλυκό κελάηδημά της.

 

Ήταν ψηλά ακόμα ο ήλιος όταν τραβήξαμε για τον κάμπο. Μέσα Ιουνίου και οι ζέστες είχαν σφίξει για τα καλά. Με κρεμασμένες τις σφεντόνες στο λαιμό-μόνιμη εξωσχολική συντροφιά- και με το κλουβί καμουφλαρισμένο, δεν αργήσαμε να φτάσουμε. Σβέλτα ο Μήτσος καβάλησε τον κορμό του δέντρου, ενώ οι κακόμοιροι γονείς φτεροκοπούσαν ανήσυχα, κάνοντας κύκλους γύρω από τη φωλιά. Δεν πρόλαβε ν΄ απλώσει το χέρι του, όταν βγάζοντας ένα δυνατό ωχ! Σωριάστηκε σφαδάζοντας στο χώμα. Μια οχιά είχε πάει πριν από μας, έφαγε τα πουλάκια και χώνευε κουλουριασμένη στη φωλιά.

     

Τα ΄χασα. Τα πόδια μου έτρεμαν. Δε μπορούσα να φανταστώ τι συνέβαινε. Κατάλαβα βλέποντας το φίλο μου να σφίγγει το χέρι του τραυλίζοντας φίδι! φίδι! άρχισα αμήχανα να φωνάζω κι εγώ. Ένας μακρινός συγγενής περνούσε εκείνη την ώρα με το άλογό του φορτωμένο τριφύλλι. Χωρίς χασομέρι, ξεφορτώνει αμέσως το ζώο, βάζει στο σαμάρι το μισολυπόθυμο Μήτσο κι αυτός στα καπούλια, κρατώντας τον, καλπάζουν για το χωριό. Από κοντά κι εγώ τρέχοντας δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε. Η δόλια η μάνα του τον αρπάζει και τον ξαπλώνει στο κρεβάτι βάζοντας κρύες κομπρέσες στο κεφάλι του. Δεν άργησε να φτάσει, ειδοποιημένος κι ο πατέρας του από το καφενείο. Μουρμουρίζοντας κάτι ξεγυρισμένες βρισιές βγάζει το σουγιά του και αρχίζει να χαρ’αζει το μελανιασμένο δάχτυλο, ρουφώντας το αίμα. Δένει το χέρι στον καρπό και γυρίζοντας προς τα μένα, που καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού σα βρεγμένη γάτα, μου λέει αγριεμένα:

-Πού είναι ρε η φωλιά;

   

Πότε πήγε, πότε γύρισε, ούτε που κατάλαβα. Φτάνοντας, ανοίγει την καπνοσακούλα του, ξετυλίγει ένα τσιγαρόχαρτο και βγάζει το κεφάλι της οχιάς. Το βάζει πάνω στην πληγή και τυλίγει το χέρι μ΄ ένα καθαρό πανί. Πιο ήρεμος τώρα άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο, μονολογώντας: «Το κεφάλι θα ...τραβήξει το δηλητήριο. Είναι το καλύτερο γιατρικό!»

    

Σουρούπωσε όταν ανηφόρισα για το σπίτι.  Ποιος λογάριαζε τις φωνές της μάνας μου. Όλο το βράδυ αντηχούσαν στ΄ αυτιά μου τα βογκητά του φίλου μου. Το πρωί στην αυλόπορτα του Σχολείου  η αδελφή του,  με κατακόκκινα μάτια, μου ΄φερε τα νέα:

-Χαράματα τον πήγαν στη Λαμία. Δεν κλείσαμε μάτι όλη νύχτα. Είδε παρδαλό Θεό. 

   

Ο Θεός, ευτυχώς, έβαλε το χέρι του... 

Αναζήτηση στο site